Σικάγο 2023. Η Αμίρα, μία Σύρια χειρούργος, τελειώνει τη βάρδιά της, όταν το κινητό της τής υπενθυμίζει ότι είναι τα γενέθλιά της. Η μνήμη της τρέχει πίσω 8 χρόνια. Χαλέπι, 2015. Μία βόμβα σκάει στο πατρικό της, όσο έσβηνε τα κεράκια της τούρτας της ανάμεσα στους γονείς της, τον αδελφό της και την μικρή της κόρη. Η αναγκαιότητα να φύγει από την εμπόλεμη χώρα της και να αναζητήσει ασφάλεια και νέα ζωή για το παιδί της γίνεται επιτακτική. Το μακρύ ταξίδι της, διασταυρώνει τη δική της ιστορία με αυτές ενός στρατιώτη που λιποτακτεί όταν νιώσει προδομένος από τα ιδεώδη που του πούλησαν στον Εμφύλιο, ενός ανελέητου διακινητή μεταναστών με ένα οικογενειακό μυστικό, ενός ποιητή που αγωνιά κι εκείνος για το πέρασμα στην Ελλάδα, κι ενός Μυτιληνιού λιμενικού που παλεύει με τα όρια και τις ενοχές του.

Ο Μπραντ Αντερσεν κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, μετά από χρόνια ενασχόλησης με την παραγωγή (υπήρξε παραγωγός στη «Σιωπή» του Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά και σε χολιγουντιανά blocbuster όπως τα «American Made» και «Everest»), αλλά κι αντίστοιχα χρόνια αφοσίωσης στον ακτιβισμό. Ταξιδεύοντας σε Συρία, Τουρκία, Λέσβο, Γερμανία και ζώντας από κοντά την ανθρώπινη τραγωδία, σκηνοθέτησε το 2020 την μικρού μήκους «Refugee» (που ακολουθεί την ιστορία της Αμίρα και του διακινητή), η οποία κατέληξε στη βραχεία λίστα των Οσκαρ. Κι έτσι αποφάσισε να γράψει μία μεγαλύτερη σπονδυλωτή ιστορία, εμπλέκοντας περισσότερα πρόσωπα και παρουσιάζοντας ευρύτερα το πολύπλοκο, πολυπαραγοντικό ψηφιδωτό που είναι το μεταναστευτικό ζήτημα. Αλλά έχει έναν κοινό παρανομαστή: τον ξένο. Πώς χάνεις την ταυτότητα και την οντότητά σου (και πολλές φορές και τη ζωή σου) μπαίνοντας απεγνωσμένος σε μια βάρκα. Πώς σε αντιμετωπίζουν στην άλλη πλευρά της σωτηρίας, Πώς παραμένεις «ξένος», ανοίκειος. Κάτι που εισβάλει και προκαλεί ανησυχία στις τοπικές κοινωνίες. Και που μέσα σε όλα αυτά χάνεται η ανθρωπιά μας;

Αποδεικνύοντας γνώση και ικανότητα να μεταφράσει έναν χαμηλό για τα αμερικανικά επίπεδα (5 εκατομμύρια δολάρια) προϋπολογισμό σε μία καλοκουρδισμένη,, πολυχωρική παραγωγή (γυρίσματα σε Σικάγο, Λίβανο και Τουρκία) με πολυπολιτισμικό καστ (Αμερικανούς, Σύριους, Γάλλους, Ελληνες), ο Αντερσεν στήνειι μία ανθολογική αφήγηση, με εναλλαγές, ανατροπές και σασπένς (ανά 25 λεπτά ένα δυνατό cliffhanger που σε οδηγεί στην ιστορία του επόμενου ήρωα). Κι αυτό το γυαλισμένο, χολιγουντιανό αποτέλεσμα είναι η κατάρα και η σωτηρία του.

Κατάρα γιατί, παρόλες τις καλές προθέσεις και τη γνώση του αντικειμένου (φαίνεται ξεκάθαρα πόσο τον απασχολεί και προσωπικά το μεταναστευτικό ζήτημα), η ταινία σχηματοποιεί αρκετά το «καλό» και το «κακό», υπογραμμίζει την τραγωδία και χειραγωγεί το συναίσθημα (το πώς χρησιμοποιεί το πομπώδες μουσικό σκορ είναι ενδεικτικό). Δεν μπορεί δηλαδή να συγκριθεί με στιβαρά κινηματογραφικά δράματα που πλησιάζουν πολύπλοκα και βαθιά την απόγνωση του ξένου (όπως πχ τα «Πράσινα Σύνορα» της Ανιέσκα Χόλαντ, ή το «Eγώ, Καπετάνιος»του Μάρκο Γκαρόνε).

Ομως και σωτηρία τελικά, γιατί ίσως η κατασκευή του να λειτουργεί σε ένα μεγαλύτερο άνοιγμα στη συλλογική συνείδηση. Απευθύνεται στο μέσο θεατή, όχι στον arthouse σινεφίλ, τον παίρνει από το χέρι και τον ξεβολεύει. Κι ίσως αυτό, σε κάτι τόσο κατεπείγον ιστορικά, να έχει νόημα.

Στα υπέρ, οι ηθοποιοί του. Η Γιασμίν Αλ Μασρί δίνει μία ερμηνεία έντασης κι απελπισίας. Ο Ομάρ Σι παίζει straight τον κόντρα ρόλο του αδίστακτου. Κι ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης είναι εξαιρετικός: κατεβάζει τους τόνους και ερμηνεύει διαφορετικά - σιωπηλά, μελαγχολικά. Βασισμένος σε ένα πραγματικό πρόσωπο, τον λιμενικό Κυριάκο Παπαδόπουλο, ο οποίος από το καλοκαίρι του 2015 έσωσε δεκάδες χιλιάδες μετανάστες, ο Ελληνας πρωταγωνιστής δεν πέφτει στην παγίδα του ηρωϊσμού, αλλά όσο τα πάντα γύρω του θυμίζουν ταινία δράσης, εκείνος κατεβάζει την τονικότητα μπολιάζοντας με θλίψη το βλέμμα του χαρακτήρα του. Σ' ένα συστημικά σκοτεινό σύστημα trafficking και push backs, πόσο μπορεί ένα φωτεινό παράδειγμα να κάνει πραγματικά διαφορά; Φτάνει ένας να σώζει τον ξένο, όταν χώρες και ήπειροι τον διώχνουν (ή τον πνίγουν; )

Η ταινία δε θα πάει στα βαθιά με τέτοια θέματα. Δεν προλαβαίνει έτσι όπως στήνει τον ρυθμό και τη θερμοκρασία της. Ετσι όπως θέλει να κρατήσει στον αφρό και να μην πνίξει τον θεατή. Ανοίγει όμως έναν απαραίτητο διάλογο, που διαχέεται σε περισσότερους ανθρώπους. Κι αυτό από μόνο του είναι κάτι.