Φτάνοντας προς το τέλος ενός αναπάντεχου ταξιδιού, o Ντόρι και ο Καρλομπιάνκι επισκέπτονται μαζί με τον Τζούλιο, τον νεαρό φοιτητή που τους ακολούθησε στα μισά του δρόμου για να γίνει το τρίτο μέλος της παρέας, το κοιμητήριο του Μπριόν, magnum opus του Βενετού αρχιτέκτονα Κάρλο Σκάρπα. Ο Τζούλιο τους περιγράφει με λεπτομέρειες και δέος το όραμα του Σκάρπα και ο Καρλομπιάνκο, δικαιολογημένα, μέσα σε ένα αρχιτεκτονικό μοντερνιστικό θαύμα λουσμένο από φως, αναφωνεί:
—Αυτό δεν μοιάζει με τάφο.
—Βασικά δεν είναι τάφος. Είναι περισσότερο μια μηχανή για τη διαχείριση του πένθους.
Σε εκείνο το σημείο, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Φραντσέσκα Σοσάι δίνει ένα κλειδί που το διαισθανόσουν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια. Ενα κλειδί για μια διαδρομή που περισσότερο από γλυκά νοσταλγική, βαθιά ρομαντική, ξεσηκωτικά απελευθερωτική μοιάζει να είναι ξέφρενα πένθιμη, ένα διαρκώς «ανάρμοστο για τους καθώς πρέπει» ρέκβιεμ για το τέλος των ονείρων, της ζωής που περνάει, των τόπων που αλλάζουν, των ανθρώπων που χάνονται ακόμη κι όταν δεν έχουν πεθάνει.
Ολα ξεκινούν και τελειώνουν μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Ο Καρλομπίανκι και ο Ντίνο ξεκινούν ένα ταξίδι για να συναντήσουν στο αεροδρόμιο τον Τζένιο, τον τρίτο της παρέας που και οι δύο τους πιστεύουν ότι έλειπε για χρόνια στην Αργεντινή. Χωρίς χρήματα και στην πραγματικότητα χωρίς προορισμό, στα περασμένα πενήντα τους χρόνια, σταματούν από μέρος σε μέρος, αναζητώντας ακόμη ένα ποτό που θα είναι το τελευταίο της ημέρας. Μόνο που και για τους δυο τους ο χρόνος μετράει διαφορετικά, αυτή η μέρα διαρκεί για πάντα και το τελευταίο ποτό είναι πάντα αυτό που δεν έχουν πιει ακόμη. Διασχίζοντας τον ιταλικό βορρά, πόλεις και εξοχές, πανέμορφα και βιομηχανικά τοπία, ξεφεύγοντας από την αστυνομία, φλερτάροντας με τουρίστριες και όμορφους ιδιοκτήτες βίλας, καταφέρνουν να βρίσκουν τρόπο να πίνουν και να συνεχίζουν.
Στο μισό της διαδρομής τους θα συναντήσουν τον Τζούλιο, έναν ντροπαλό φοιτητή που τελικά θα τους ακολουθήσει και θα ενδώσει τελικά στη ρουτίνα τους, σε ένα παιχνίδι που κρύβει μέσα του και μια πατρική φιγούρα στο πρόσωπο των δύο ανδρών για τον Τζούλιο και ένα παιδί να διδάξουν για τους δύο «έμπειρους» της ζωής και κυρίως του ποτού. Μαζί θα συνεχίσουν να περιφέρονται, όχι μόνο αναζητώντας τον Τζένιο, αλλά ακόμα και ταβέρνες που δεν υπάρχουν πια, χαμένους θησαυρούς που είναι θαμμένοι στα θεμέλια σπιτιών, τη ζωή τους πριν την κρίση του 2008 που τους έφερε σε οικονομικό αδιέξοδο. Αναζητώντας το νόημα τελικά σε έναν κόσμο που τους συμπεριφέρεται, σε αυτούς και τους ομοίους τους, ως «παντοτινά παιδιά», ως παραφωνία μιας τακτοποιημένης κοινωνίας, ως vintage rock ’n’ rollers που τραγουδούν ακόμη και όταν οι μπάντες έχουν μαζέψει τα όργανα τους και γυρίζουν στο σπίτι.
Μια ταινία σαν μικρή μπαρότσαρκα είναι το «Ενα Τελευταίο για το Δρόμο», με αναφορές στον Ακι Καουρισμάκι, αλλά περισσότερο στην ίδια την κινηματογραφική μυθολογία του bromance, του road movie, των 70s που κυριαρχούν έτσι κι αλλιώς ως αισθητική και στη μουσική, αλλά και στην εικόνα με την ταινία να έχει γυριστεί από απομεινάρια κομμάτια φιλμ που είχε στη διαθεσή του ο Σοσάι. Κι όμως, ενώ ο τόπος και ο χρόνος μοιάζουν να παραπέμπουν σε μια (ιταλική) μυθολογία χαμένη μέσα σε αστικούς και μη θρύλους με μια κάποια εστέτ και κλισέ στα σημεία στρώση μιας κατα τα άλλα βαθιά ανθρώπινης ιστορίας, είναι η αφοπλιστική σχέση μεταξύ των τριών αντρών, τα χαμόγελα και το κέφι τους, η θλίψη και η αποφασιστικότητα τους που κάνει το φιλμ μια μηχανή διαχείριση πένθους για ό,τι χάνεται και ταυτόχρονα ένα μηχανισμό για να βρεις αυτό που αναζητάς.
Ο Καρλομπιάνκι, ο Ντίνο και - τώρα πια και - ο Τζούλιο γνωρίζουν πως ακόμη και ως τελευταίοι αυτού του κόσμου, αυτοί θα πενθούν μαζί, με μουσική, ποτό και πάντα ένα ακόμα τελευταίο για το δρόμο.

