Μια πανέξυπνη και χαριτωμένη κομεντί στον κόσμο της μόδας και του επαγγελματικού ανταγωνισμού ήταν το «The Devil Wears Prada» το 2006, στελεχωμένο από μια εκπληκτική πρωταγωνιστική τετράδα, κάποια ρούχα που δεν φεύγουν από τη μνήμη, βιτριολικές ατάκες που πέρασαν στην ποπ κουλτούρα και μια αίσθηση ελαφρότητας.
Είκοσι χρόνια αργότερα, η αίσθηση ελαφρότητας έχει εκλείψει, δυστυχώς, από τον κόσμο μας, οπότε κι από το σινεμά και το σενάριο τής, και πάλι, Αλίν Μπρος ΜακΚένα, πρωτότυπο αυτή τη φορά κι όχι βασισμένο στο μπεστ σέλερ της Λόρεν Γουάισμπεργκερ: οι προσπάθειές της ν' αναβιώσει την αρχική ιστορία, φέρνοντάς τη στο σήμερα και κάπως διατηρώντας, ή καλύτερα επινοώντας, ένα κάποιο κέφι, πέφτουν σ' ένα πανέμορφα στολισμένο κενό.
Το στόρι, σε σκηνοθεσία ξανά του Ντέιβιντ Φράνκελ, πάει ως εξής, μέσα στα είκοσι χρόνια που έχουν παρεμβληθεί και για τους ήρωες, η Μέριλ Στριπ / Μιράντα Πρίστλι (εμπνευσμένη από την Ανα Γουίντουρ της αμερικανικής Vogue), βρίσκεται ακόμα στο πόστο της, ως αρχισυντάκτρια του Runway, όμως η καθόλου ευνοϊκή για τα media εποχή και η αλλαγή στην ιδιοκτησία απειλούν τη θέση της. Δίπλα της βρίσκεται, ακόμα, ο πιστός της Στάνλεϊ Τούτσι / Νάιτζελ. Η φιλόδοξη, στην πρώτη ταινία, νεαρή βοηθός της, η Αντι, έχει περάσει αυτό το διάστημα ως δημοσιογράφος - ρεπόρτερ, μακριά από τη μόδα (ως επάγγελμα, αλλά όχι ως αγάπη). Τώρα, όμως, που συμπεριλαμβάνεται σε μια μαζική απόλυση, επιστρέφει στις αγκαθωτές αγκάλες του Runway και αποφασίζει να βοηθήσει τη Μιράντα να κρατήσει τη θέση της. Γι' αυτό, θα χρειαστεί τη συμβολή της Εμιλι Μπλαντ / Εμιλι, που πλέον δουλεύει στον Dior. Οι τέσσερις ήρωες θα παίξουν το ρόλο τους σε μια αποστολή σωτηρίας, του Runway, της Μιράντα, της δουλειάς τους, του κόσμου της μόδας, αλλά όχι και της ταινίας.
Χωρίς, στ' αλήθεια, ενδιαφέρον αντικείμενο στην πλοκή, το σίκουελ κάνει, ουσιαστικά, αυτό που η πρώτη ταινία σατίριζε: παρουσιάζει ένα ντεφιλέ διαρκείας, αντί να χτίζει ενδιαφέροντες χαρακτήρες, με συγκρούσεις και επανενώσεις. Η αλλαγή στον κόσμο των media αγγίζεται απαλά, η χαρακτηριστική έλλειψη πολιτικής ορθότητας της Μιράντα σχολιάζεται en passant με μία κλισέ ατάκα, ο βιτριολικός λόγος της έχει λειανθεί, η ελκυστική αδεξιότητα της Αντι έχει ξεπεραστεί από έναν στερεοτυπικό «δημοσιογραφικό» δυναμισμό, το πάθος της Εμιλι την έχει μεταμορφώσει σε μια αφόρητη φιγούρα που αναζητά πλούσιους συζύγους, ενώ ο Νάιτζελ, που στην πρώτη ταινία είχε μια ενδιαφέρουσα σκοτεινή πλευρά, τώρα δεν είναι παρά αξεσουάρ. Ασήμαντες είναι και οι δυο νέες προσθήκες, ο αμελητέος εδώ Κένεθ Μπράνα ως σύντροφος της Μιράντα και ο Τζάστιν Θερού ως καρικατούρα πολυεκατομμυριούχου.
Καθώς η ταινία ταξιδεύει από τη Νέα Υόρκη στο Μιλάνο, μάς ξεναγεί σε φαντασμαγορικά γραφεία, σπίτια και μέγαρα, απ' όπου κάνουν το πέρασμά τους διάφορες γνώριμες φυσιογνωμίες, από την Ντονατέλα Βερσάτσε ως τη Lady Gaga. Τα ρούχα έχουν κι εδώ την τιμητική τους, καθώς η ενδυματολόγος Μόλι Ρότζερς διαδέχεται τη μέντορά της, Πατρίσια Φιλντ, με μια σειρά από κομμάτια εκπληκτικά, αλλά και πιο επιδεικτικά επιλεγμένα απ' όσο, σίγουρα, θα επέλεγε η Φιλντ. Η Μέριλ Στριπ φορά μια εντυπωσιακή κόκκινη τουαλέτα Balenciaga, ένα κεντητό σακάκι Dries Van Noten κι ένα μαντό Armani πλουμισμένο με παγιέτες και πολύχρωμες πέτρες που δεν ξεχνιούνται (ο Armani τιμάται δεόντως, λίγο καιρό αφότου έφυγε για πάντα), ενώ η Αντι, εξόφθαλμα, ντύνεται περισσότερο με κοστούμια, σακάκια, γιλέκα, σε στιλ πιο ανδρόγυνο, γιατί «είναι δημοσιογράφος», παρότι σίγουρα δεν θ' αναζητούσε αλλαγή στην καριέρα της αν είχε τα χρήματα ν' αγοράζει τα βίντατζ Γκοτιέ που φοράει.
Και τίποτε άλλο δεν έχεις να πεις, παρά να χαζέψεις τα μέρη και τα φορέματα, σαν να χαζεύεις τη Vogue / Runway, όχι σήμερα (γιατί ακόμα κι αυτά έχουν αλλάξει), αλλά πίσω στα '90ς, όταν η φόρμα και η πόζα ήταν βασίλισσες. Γιατί το «The Devil Wears Prada» έχει μεταμορφωθεί σ' ένα «Emily in Paris», μόνο χωρίς Εμιλι και χωρίς Παρίσι, μια πανέμορφη φούσκα που όταν σκάσει δεν αφήνει πίσω της γεύση ή νοστιμιά.

