Αν θεωρήσουμε - που τόσο πολύ ισχύει για τη δική μας γενιά - ότι απ' όταν αρχίσαμε να βλέπουμε σινεμά είμαστε σε μια διαρκή συζήτηση με τον κόσμο, την αφηγηματικότητα, τον ρομαντισμό, την αίσθηση του fun του Στίβεν Σπίλμπεργκ, αυτή εδώ η ταινία διαγράφει έναν κύκλο που ενώνει τον Στίβεν-παιδί με τον Στίβεν των 80, φέτος, χρόνων, αλλά και τον κόσμο των ανθρώπων, από τη δεκαετία του '70, όταν εκείνος ξεκίνησε να κάνει μεγάλο σινεμά, ως το σήμερα, συμπεριλαμβάνοντας, βέβαια, το αγαπημένο του στοιχείο, εμάς, το κοινό.

Με τη φόρμα του θρίλερ καταδίωξης, ο Σπίλμπεργκ πιάνει το νήμα από το φινάλε του «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου», όταν ο ιπτάμενος δίσκος... ανελήφθη στους ουρανούς: τι απέγιναν οι εξωγήινοι, πώς και πόσο προχώρησε η σχέση τους με τον άνθρωπο; Οι αναφορές σ' αυτή την ταινία του 1977 είναι άφθονες και σκόπιμες, ακόμα και σε καδραρίσματα και συγκεκριμένες εικόνες (άσε που τα εξωγήινα πλασματάκια δεν έχουν αλλάξει καθόλου), όπως και στον «Ε.Τ.» κι είναι σίγουρο πως με μια δεύτερη θέαση θα παρατηρήσει κανείς συνδέσμους με πολλές ακόμα ταινίες της φιλμογραφίας του. Κι αν οι «Στενές Επαφές» καταπιάνονταν με την υπαρξιακή αγωνία της ανθρώπινης μοναξιάς και ο «Ε.Τ.» με τους οικογενειακούς δεσμούς αγάπης, η «Ημέρα Αποκάλυψης» έρχεται για να θυμίσει ότι δεν είμαστε παρά μια κουκίδα στο σύμπαν κι αυτό το μικρό μας μέγεθος δεν επιτρέπει αλαζονεία.

Η ταινία ξεκινά in medias res, προοδευτικά ενώνοντας δυο αφηγήσεις. Από τη μια πλευρά ένας νεαρός άνδρας, ο Ντάνιελ Κέλνερ (ο Τζος Ο'Κόνορ επιτέλους χωρίς το ύφος απορίας που έχει κολλήσει στο πρόσωπό του τα τελευταία χρόνια), μαθηματικός, γίνεται δυνάμει whistleblower για την εταιρεία όπου δούλευε, τον tech κολοσσό Wardex, κλέβοντας αρχεία που αποκαλύπτουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση επί χρόνια γνωρίζει για τις τακτικές επισκέψεις εξωγήινων στον πλανήτη μας και τις αποκρύπτει. Ο διευθυντής της εταιρείας, ο Σκάνλον (ευχάριστο να βλέπεις τον Κόλιν Φερθ σε sci-fi), βρίσκεται στο κατόπι του με όσα μέσα διαθέτει - και είναι πολλά - ενώ ο πρώην συνάδελφός του και νυν επαναστάτης Γουέικφιλντ (με το εκτόπισμα του Κόλμαν Ντομίνγκο) τον βοηθά και καθοδηγεί. Ο Κέλνερ βαστά ένα από τα ελάχιστα αινιγματικά παντοδύναμα αντικείμενα σε δωρικό σχήμα και με υπερβατικές ιδιότητες και προσπαθεί να διασώσει την κοπέλα του (στο ρόλο η Ιβ Χιούσον, η κόρη του Bono, που αναπτύσσει πια μια ενδιαφέρουσα καριέρα), πρώην καλόγρια - κι εναπόκειται στον Σπίλμπεργκ και στο κοινό να συνδέσουν την ύπαρξη ζωής σε άλλους πλανήτες με τη θρησκεία και την πίστη.

Παράλληλα, στο Κάνσας (ναι, εκεί όπου ζούσε η Ντόροθι πριν ο ανεμοστρόβιλος σηκώσει το σπίτι της και την οδηγήσει στον Μάγο του Οζ), ζει η Μάργκαρετ Φέρτσαϊλντ (η Εμιλι Μπλαντ σε μεγάλη φόρμα, θαυμάσια πάντα ως ηρωίδα δράσης αλλά και μ' ένα ευαίσθητο βλέμμα που ξεπηδά από το αρκετά αλλοιωμένο, πια, πρόσωπό της), μια φιλόδοξη δημοσιογράφος που παρουσιάζει το δελτίο καιρού στο πολιτειακό κανάλι. Η Μάργκαρετ θα δει, ένα πρωί, ένα ιδιαίτερο, πανέμορφο, βαθυκόκκινο πουλάκι και από εκείνη τη στιγμή θα εξωτερικεύσει υπεράνθρωπες ιδιότητες, θα καταλαβαίνει όχι μόνο ξένες γλώσσες (ή και εξωγήινες), αλλά και τις σκέψεις των ανθρώπων γύρω της. Από εκείνη τη στιγμή, η δράση της ταινίας θα προχωρήσει ώστε οι δυο αυτοί άνθρωποι να συναντηθούν και να καταλάβουν - και να καταλάβουμε - τι τους συνδέει, αλλά και πώς οι ίδιοι είναι καταλύτες στην επικοινωνία μας με άλλους κόσμους, ενώ, ταυτόχρονα, η κυβέρνηση θα πρέπει να εξωθηθεί στο να αποκαλύψει την Αλήθεια (σ' αυτή την αλήθεια αναφέρεται ο τίτλος, όχι σε κάποια Χριστιανική Αποκάλυψη), που επιμελώς κρύβει επί δεκαετίες. Ολα αυτά ενώ, κρίνοντας από τα δελτία ειδήσεων που στρατηγικά ακούγονται σε όλη την ταινία, ο κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα του τρίτου και οριστικά καταστροφικού παγκοσμίου πολέμου.

Η αδυναμία της ταινίας, και δεν είναι μικρή, είναι πως, μετά τις αρχικές συστάσεις και την τοποθέτηση των βασικών θεμελίων της πλοκής, όλο το κεντρικό κομμάτι της καταδίωξης δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα και δεν παρασύρει συναισθηματικά. Τα εργαλεία του Σπίλμπεργκ βρίσκονται όλα στη θέση τους, η φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι διαγράφει τόξα δημιουργικότητας και αφηγηματικότητας, συνδέοντας το στεγνό, φουτουριστικό της τεχνολογίας με το λυρικό, υπαρξιακό μιας αλλούτερης σύνδεσης πνευμάτων και ψυχών. Η μουσική του Τζον Γουίλιαμς είναι συνεπής αλλά και αμελητέα. Το μοντάζ ρυθμικό αλλά και διεκπεραιωτικό. Τα εφέ εδώ έχουν μια ιδιαίτερη, στοργική σχεδόν, θέση, μια και ενώ είναι άψογα, καμουφλάρονται ταυτόχρονα με την αίσθηση ότι πρόκειται για μια χειροποίητη ταινία, «όπως παλιά». Το σενάριο που, όπως σταθερά από το 1993, ο Σπίλμπεργκ συν-υπογράφει με τον Ντέιβιντ Κεπ, κάτι χάνει στην ένταση, ίσως στις μπόλικες παράπλευρες ιστορίες, που κάνει μεγάλο μέρος της ταινίας να μη συνδέεται με το κοινό, να μην προκαλεί αγωνία.

Υπάρχει, όμως, μια παράμετρος ανεκτίμητη που μόνο στο έργο ελάχιστων σκηνοθετών λειτουργεί. Οσα η ιστορία και ο ρυθμός δεν πληρούν, συμπληρώνει με εμπιστοσύνη ο/η θεατής. Οσο η ταινία κυλά και η εμπλοκή ή το ενδιαφέρον λείπει, τα μάτια και η καρδιά παρακολουθούν με μια άλλη αγωνία: ο Σπίλμπεργκ είναι, θα μας αποζημιώσει στο τέλος. Και φυσικά, επειδή είναι ο Σπίλμπεργκ, το τελευταίο μέρος του φιλμ και το φινάλε μάς βρίσκουν με δάκρυα στα μάτια, συσσωρεύοντας όχι τόσο τη συναισθηματική εμπλοκή με τους ήρωες, αλλά κυρίως την κορύφωση μιας πορείας έξι, πες, δεκαετιών όπου συμπορευόμαστε μ' έναν καλλιτέχνη που αγαπά τα παραμύθια, αλλά αγαπά και τον άνθρωπο και αγωνιά για την πορεία του, την πορεία μας και αυτής της πορείας το επερχόμενο φινάλε είναι που θα μάς κάνει να βουρκώσουμε.

Η δυαδικότητα βρίσκεται στο κέντρο της ταινίας. Ναι, φυσικά όλα εκτυλίσσονται στην Αμερική κι όλοι οι άνθρωποι είναι και στρέιτ και κούκλοι/ες, αλλά αυτό είναι μόνο το «δείγμα», όχι η ολότητα. Η ολότητα βρίσκεται στο άγγιγμα ενός ανθρώπινου χεριού μ' ένα άλλο, με ζαρωμένο δέρμα και μακριά δάχτυλα σαν κλαράκια δέντρου. Στο βλέμμα των ανθρώπινων ματιών σε άλλα, πολύ μεγάλα, λοξά, ολόμαυρα, όλο συναίσθημα και μια αγνή μελαγχολία. Δεν είναι μόνο οι «Στενές Επαφές» και ο «Ε.Τ.» που συγκατοικούν στην «Ημέρα Αποκάλυψης», εδώ βρίσκονται τα ίχνη ολόκληρου του έργου του Σπίλμπεργκ που ασχολήθηκε με την επιστημονική φαντασία και με το διαφορετικό, εδώ και το «Jurassic Park» και το «Α.Ι.», εδώ ο «Πόλεμος των Κόσμων» και το «Sugarland Express», εδώ ένα ολόκληρο opus που βάλθηκε να φέρει τις δυο πλευρές, των γήινων και των εξωγήινων, πιο κοντά.

Γιατί τώρα; Γιατί το ανθρώπινο είδος όντως απειλείται, όχι από τα ΑΤΙΑ αλλά από την αυτοκαταστροφή, γιατί πόλεμοι μαίνονται γύρω μας και γιατί οι άνθρωποι, εκείνοι που στις «Στενές Επαφές» έμειναν αμήχανοι απέναντι στο ξένο, τώρα όχι μόνο μπορούν, αλλά είναι αναγκασμένοι να το κοιτάξουν κατάματα. Να μάθουν την Αλήθεια. Ν' ακούσουν. Γιατί αντί να μετρά η ανθρωπότητα πτώματα από βόμβες και drones, μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι είναι ένα μικρούτσικο γρανάζι σε κάτι πολύ μεγαλύτερο που την αγκαλιάζει. Γιατί καταστρεφόμαστε από πολέμους ενώ έξω από εμάς υπάρχει μια διαρκώς μεταλασσόμενη αλλά στέρεη ισορροπία. Οχι χάος, αλλά αγάπη.

Παιδικό; Μα πάντα παιδικό ήταν το σινεμά του Σπίλμπεργκ κι αυτό είναι που του δίνει τη μαγεία του και την ειλικρίνειά του. Μια εξαίσια σεκάνς με ζώα (αξέχαστη θα μείνει, σκηνή ανθολογίας), λέει περισσότερα για τη συντροφικότητα απ' ό,τι χιλιάδες εξομολογήσεις και καλογραμμένες ομιλίες - ή σενάρια. Κι είναι αυτό, το τελευταίο μέρος της ταινίας είναι που σε κάνει να σταθείς με όρθια πλάτη στο κάθισμά σου (έγκλημα να μη δει κανείς την ταινία αυτή σε καλή αίθουσα και να θυμηθεί γιατί το σινεμά είναι τέχνη), να κλάψεις λίγο για το πού έχουμε φτάσει και ν' αγκαλιάσεις στιγμιαία τον διπλανό σου. Μαζί θα πορευτούμε και με τον Στίβεν αρχηγό, ακόμα και σε μια ταινία που συνοψίζει όλο του το έργο, αλλά ίσως δεν ξεχωρίζει μέσα σ' αυτό.