Μια «καλοκαιρινή μακεδονική κωμωδία», η ταινία αυτή του Σταύρου Τσιώλη, μεσαία της «Τριλογίας των Γυναικών» (μετά το «Παρακαλώ, Γυναίκες, μην Κλαίτε» και πριν την τελευταία ταινία στη φιλμογραφία του, το «Γυναίκες που Περάσατε από 'δω»), είναι μάλλον κι αυτή με τους περισσότερους οπαδούς, η πιο «καλτ», η πιο προσφιλής ταινία του σε δυο γενιές μετέπειτα κοινού. Κι όχι άδικα.
Road movie, μ' ένα βαν και μια βάρκα, αυτή είναι η ιστορία δυο μπατζανάκηδων κι ενός τρίτου. Ο Πάνος κι ο Μιχάλης, βιοτέχνες με μια ροπή προς την ελαφριά λαμογιά, ταξιδεύουν από τη Θεσσαλονίκη προς τη Θάσο, για να συναντήσουν εκεί τις γυναίκες και τα παιδιά τους για οικογενειακές διακοπές. Ομως στο δρόμο θα συναντήσουν μια... πλανεύτρα νεράιδα, μια νεαρή τραγουδίστρια - η ομορφιά της και ο καταπιεσμένος πόθος του Πάνου θα του προκαλέσουν αδιαθεσία κι έτσι οι δυο άντρες θα περάσουν λίγες μέρες στάσιμοι. Ο τρίτος μπατζανάκης, ο Αντώνης, αγανακτισμένος, θα πάει να τους βρει αλλά θα κολλήσει κι εκείνος την ερωτική τους διάθεση και τη λαχτάρα της ελευθερίας από τις υποχρεώσεις.
Βασισμένη σε μια ιδέα του Τσιώλη και του Χρήστου Βακαλόπουλου, η ταινία τριγυρνά στα αγαπημένα θέματα του σκηνοθέτη της (και του κοινού του). Το χιούμορ ως υπαρξιακό όπλο άμυνας, τους «μικρούς» ανθρώπους, την ποίηση της καθημερινότητας, το στοιχείο του παραλόγου ή του ονείρου, την αποδοχή της ματαιότητας, όλα ιδωμένα με μια διάθεση τρυφερή και παιχνιδιάρικη. Γι' αυτό και η διαδρομή του Τσιώλη, του Μιχάλη και του Πάνου, παίρνει το χρόνο να κάνει παρακάμψεις, να τρυπώσει σε άλλες, μικρές ιστορίες, στο ΚΑΠΗ Μακεδονίας-Θράκης, στις ηλικιωμένες κυρίες που κάνουν το ιδανικό λαϊκό dj set με cd, στις γιατρίνες που παίζουν βιολοντσέλο και λένε το πιο χαριτωμένο γιούχουουου.
Μαζί θα γελάσουμε με τα χάλια μας, θα συγκινηθούμε με την ελληνική επαρχία κι ένα μάτσο γραφικούς τύπους, θα θυμηθούμε το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, τη «δημοκρατική παράταξη», τι σημαίνει δεξιός Μακεδόνας και τι Πελοποννησιακή λέρα. Πώς ήταν η ελαφρότητα του τέλους του '90, τι σήμαινε ότι η Ελλάδα θα έμπαινε στο Ευρώ και στην Οικονομική Ενωση, πόσο εύκολο ήταν να ξεφύγεις από κάθε είδους ελέγχους, πώς έμοιαζε αυτή η αίσθηση μιας κάποιας αισιοδοξίας. Κι όλ' αυτά με μια ταινία σχεδόν μιούζικαλ, μια και η επιλογή των λαϊκών τραγουδιών, από το «Φταίω» της νύμφης Αγγελικής Ηλιάδη μέχρι το «Δεν Είμαι ο Γιος του Κανενός» του Καζαντζίδη, υπογραμμίζουν ή αναλύουν ή επεξηγούν τη δράση και τους διαλόγους. Και μ' ένα τρίο πρωταγωνιστών, Μπακιρτζή, Ζουγανέλη, Μπουλά που ήταν, λες, νομοτελειακό να παίζουν και να υπάρχουν μαζί.
Από την άλλη πλευρά, η ταινία είναι απόλυτα ταυτισμένη με την εποχή της. Η λαογραφία και το χιούμορ του Τσιώλη διαρκεί, αλλά η δική μας ιδιοσυγκρασία έχει αλλάξει, η υπαρξιακή και εθνική κόντρα ΠΑΣΟΚ - ΝΔ έχει μπει στο... χρονοντούλαπο της ιστορίας, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι γυναίκες είναι πια παρωχημένος κι η ταινία έχει αποκτήσει κι αυτή τη γραφικότητα όσων περιγράφει χωρίς, ωστόσο, να χάνει τη χάρη και την ελαφρότητα ενός παλιούτσικου παραμυθιού.

