Ο Ρίντλεϊ Σκοτ έχει περάσει περισσότερες από πέντε δεκαετίες αποδεικνύοντας ότι μπορεί να μετατρέψει ακόμη και τον πιο αφιλόξενο κόσμο σε ένα μέρος που θέλεις να εξερευνήσεις. Από το σκοτάδι του «Alien» μέχρι τις αχανείς εκτάσεις του «Blade Runner» και τα πεδία μάχης του «Μονομάχου», ο σκηνοθέτης έχει πάντα τον τρόπο να βρίσκει την εικόνα που μένει στο μυαλό, ακόμη κι όταν η ιστορία που τη συνοδεύει δεν έχει την ίδια δύναμη.

Ο «Αστερισμός του Σκύλου», το οποίο βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του 2012 από τον Πίτερ Χέλερ, μοιάζει σε αρκετές στιγμές με μια ακόμη απόδειξη αυτής της ικανότητας, μια ταινία που ξέρει πώς να σε βάλει μέσα σε έναν κόσμο που έχει σχεδόν τελειώσει, χωρίς όμως να κατορθώνει πάντοτε να σε κάνει να νιώσεις το ίδιο έντονα για τους ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα του.

Στον απόηχο ενός καταστροφικού ιού γρίπης που σχεδόν εξαφάνισε την ανθρωπότητα, ο Χιγκ, ένας πιλότος πολιτικού αεροσκάφους, και ένας σκληροτράχηλος πρώην πεζοναύτης, ο Μπάνγκλεϊ, αντιμετωπίζουν εισβολείς αλλά και την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή έξω από το τωρινό τους κρησφύγετο.

Η μεταποκαλυπτική Αμερική του φιλμ δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα σκηνικό ερήμωσης, αλλά ως ένας τόπος όπου η μνήμη έχει γίνει σχεδόν πιο επικίνδυνη από την πραγματικότητα. Ο Χιγκ του Τζέικομπ Ελόρντι κουβαλά μέσα του μια ζωή που χάθηκε και συνεχίζει να κινείται επειδή δεν ξέρει πώς αλλιώς να σταματήσει, μέχρι τη στιγμή που η πιθανότητα μιας νέας αρχής τον αναγκάζει να κοιτάξει πέρα από τα όρια της μοναχικής του καθημερινότητας. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της ταινίας, στην προσπάθεια να απαντήσει στο ερώτημα τι απομένει από έναν άνθρωπο όταν έχει χάσει σχεδόν όλα όσα τον όριζαν.

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ, ακόμη και στα λιγότερο επιτυχημένα έργα του, παραμένει ικανός να δημιουργεί κόσμους στους οποίους θέλεις να χαθείς. Αυτή τη φορά, όμως, όσο εντυπωσιακό κι αν είναι το ταξίδι μέσα στα ερείπια, ο προορισμός δεν αφήνει τελικά το αποτύπωμα που υπόσχεται η διαδρομή.»

Σκηνοθετικά, ο Σκοτ παραμένει ένας δημιουργός με αλάνθαστη αίσθηση του χώρου και της κλίμακας. Οι πτήσεις πάνω από την άδεια γη, τα εγκαταλελειμμένα τοπία και η αίσθηση μιας κοινωνίας που έχει καταρρεύσει δημιουργούν ένα περιβάλλον με πραγματικό κινηματογραφικό βάρος. Ιδιαίτερα στις σκηνές δράσης, η ταινία αποκτά την ενέργεια που χρειάζεται, με την καταδίωξη και την αγωνιώδη προσπάθεια διαφυγής με το αεροπλάνο να ξεχωρίζουν ως στιγμές όπου ο Σκοτ οργανώνει την ένταση με καθαρότητα και εντυπωσιακή αίσθηση ρυθμού.

Το πρόβλημα βρίσκεται περισσότερο στο σενάριο του Μαρκ Λ. Σμιθ, το οποίο δείχνει να ενδιαφέρεται για πολλά πράγματα χωρίς να προλαβαίνει να τα αναπτύξει όσο θα έπρεπε. Η απώλεια, το πένθος, η ανάγκη για συντροφικότητα και η αναζήτηση μιας δεύτερης ευκαιρίας αποτελούν ισχυρές θεματικές, όμως η ταινία συχνά τις προσεγγίζει με τρόπο αρκετά γνώριμο. Η σχέση του Χιγκ με την Τσίμα της Μάργκαρετ Κουάλεϊ, για παράδειγμα, περιέχει μια όμορφη ιδέα γύρω από την επιστροφή της μουσικής και της ανθρώπινης επαφής σε έναν κόσμο που έχει ξεχάσει και τα δύο, αλλά η συναισθηματική τους σύνδεση εξελίσσεται γρηγορότερα από όσο επιτρέπει η αφήγηση να την πιστέψουμε.

Ο Τζέικομπ Ελόρντι κουβαλά αποτελεσματικά το βάρος του πρωταγωνιστικού ρόλου, αποφεύγοντας την εύκολη υπερβολή και δίνοντας στον Χιγκ μια ευάλωτη πλευρά που γίνεται πιο ενδιαφέρουσα όσο η ταινία προχωρά. Η Μάργκαρετ Κουάλεϊ προσθέτει μια απαραίτητη ζωντάνια, όμως ο Τζος Μπρόλιν είναι εκείνος που τελικά κλέβει τις περισσότερες σκηνές ως Μπάνγκλεϊ, φέρνοντας μαζί του χιούμορ, ένταση και μια απρόβλεπτη σκληρότητα που κάνει τη σχέση των δύο αντρών την πιο ολοκληρωμένη της ταινίας.

Ο «Αστερισμός του Σκύλου» δεν στερείται ούτε φιλοδοξίας ούτε στιγμών πραγματικής δύναμης. Αυτό που του λείπει είναι η τόλμη να απομακρυνθεί περισσότερο από τις γνώριμες διαδρομές του μεταποκαλυπτικού σινεμά και να εμπιστευτεί τις πιο προσωπικές πλευρές της ιστορίας του. Ο Ρίντλεϊ Σκοτ, ακόμη και στα λιγότερο επιτυχημένα έργα του, παραμένει ικανός να δημιουργεί κόσμους στους οποίους θέλεις να χαθείς. Αυτή τη φορά, όμως, όσο εντυπωσιακό κι αν είναι το ταξίδι μέσα στα ερείπια, ο προορισμός δεν αφήνει τελικά το αποτύπωμα που υπόσχεται η διαδρομή.