Κούβα, 1966. Ο θείος Πάκο, ένας υποδειγματικός προλετάριος και εφευρέτης, πεθαίνει - όταν τον καταπίνει μία μηχανή που ριζοσπαστικά επινόησε και κατασκεύασε. Για να τον τιμήσουν για τη συμβολή του στο έργο της επανάστασης και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, οι σύντροφοί του αποφασίζουν να τον θάψουν με το εργατικό του βιβλιάριο. Που να ήξερε ο ανιψιός του σε τι περιπέτεια θα τον μπλέξει αυτή η συμβολική κίνηση, καθώς η θεία του και χήρα του Πάκο, δεν μπορεί να πάρει τη σύνταξη του συζύγου της, αν δεν καταθέσει στις αρχές αυτό το βιβλιάριο.

Οταν όλες οι νόμιμες λύσεις αποτυγχάνουν, ο ανιψιός αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να ξεθάψει τον θείο του. Μόνο που σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες είναι πιο παράλογοι από την πραγματικότητα, το να βγάλεις έναν νεκρό από τον τάφο είναι το εύκολο μέρος. Γιατί μετά ξεκινά ένας εκ νέου γραφειοκρατικός εφιάλτης, -ένας δαιδαλώδης κόσμος από γραφεία, υπηρεσίες, σφραγίδες, υπογραφές, ατέλειωτες ουρές- για να μπορέσει να τον ξαναθάψει.

Ο Τόμας Γκουτιέρεζ Αλέα (για τους φίλους του «Titón»), ίσως ο πιο επιδραστικός κι εμβληματικός Κουβανός σκηνοθέτης (και ιδρυτής του Κουβανικού Ινστιτούτου Κινηματογραφικής Τέχνης και Βιομηχανίας) γράφει και σκηνοθετεί αυτή την ευφυή και απολαυστική σάτιρα του Καφκικού μοντέρνου κόσμου μας, όπου κάθε υπηρεσία για τον πολίτη καταλήγει σε βασανιστήριο και φάρσα παραλόγου, πατώντας πάνω σε διάσημες κινηματογραφικές αναφορές - τις οποίες αναγνωρίζει ήδη από τους τίτλους αρχής και τις ευχαριστίες του.

Από τον σουρεαλιστικό σλάπστικ ρυθμό της κωμωδίας των Λόρελ και Χάρβεϊ («Χοντρός-Λιγνός»), μέχρι την ευτράπελη ευρηματικότητα του Τσάρλι Τσάπλιν (το «χαρτοκοπτικό» animation της αρχής για το θάνατο του Πάκο όταν τον ρουφά η μηχανή του, παραπέμπει στη σκηνή από τους «Μοντέρνους Καιρούς») , ή τη ανάγλυφη σωματικότητα του Μπάστερ Κίτον (ο ανιψιός βρίσκεται να κρέμεται από ένα παρόμοιο ρολόι όπως η κλασική σκηνή από το «Safety Last!»), κι από τις εμφανείς επιρροές από τους Χάρολντ Λόιντ και Ζαν Βιγκό, μέχρι τη λοξή ματιά στο σύμπαν του Λουίς Μπουνιουέλ («Ανδαλουσιανός Σκύλος») και του Ινγκμαρ Μπέργκμαν («Αγριες Φράουλες»), η ταινία υποκλίνεται στην τέχνη του σινεμά που έχει την ικανότητα να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα πολύ πιο εύστοχα - ακόμα και μέσα από τον παραμορφωμένο καθρέφτη του μπουρλέσκ.

Ο Αλέα ξεκάθαρα καυτηριάζει τη άκαμπτη συστημική διαδικασία που αποτελεί το θάνατο της λογικής και στέλνει κάθε καλοπροαίρετο πολίτη σε παράνομες και ακατανόμαστες παρακαμπτήριες λύσεις. Οι ίδιοι απρόσωποι υπάλληλοι, οι λαβυρινθώδεις διάδρομοι και οι απολιθωμένοι κανονισμοί που οδηγούσαν τον Κάφκα σε υπαρξιακή αγωνία, εδώ γίνονται η πρώτη ύλη μιας αλά Σαρλό, πικρής, ξέφρενης και απολαυστικής κωμωδίας. Η σεκάνς του ξύλου στο νεκροταφείου, για παράδειγμα, είναι μία σκηνή ανθολογίας - γυρισμένη ως μία άψογα καλοκουρδισμένη καρικατουρίστικη χορογραφία.

Παρόλη τη διακωμώδηση όμως που αποτελεί την επιδερμίδα της ταινίας, ο Αλέα καυτηριάζει πολύ σοβαρά θέματα (ο σύγχρονος άνθρωπος καταπίνεται από τις μηχανές που εφηύρε για να τον υπηρετούν, οι μοντέρνες κοινωνίες παραλύουν από τις συμπλεγματικές δομές που θα έπρεπε να τις διευκολύνουν) ενώ δεν παραλείπει να εμπλέκει μύθους της Κουβανέζικης κουλτούρας (τα πνεύματα του νεκροταφείου) με την πραγματικότητα της ανέχειας της χώρας (δεν φτάνει ο πάγος της χήρας και των γειτονικών σπιτιών για να διατηρήσουν τον νεκρό ακέραιο - ένα ακόμα σαρκαστικό αστείο εις βάρος μιας «πραγματικής» συνθήκης: την έλλειψη βασικών αγαθών).

Η ταινία γυρίστηκε σε μια περίοδο έντονου διαλόγου στην Κούβα για νέες μορφές διοικητικής αναδιοργάνωσης, και μία προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα σύστημα διακυβέρνησης που δεν θα οδηγούσε σε μια τέτοια υπερφορτωμένη γραφειοκρατία (διάχυτα στην ταινία εμφανίζονται επαναστατικά σλόγκαν «θάνατος στη γραφειοκρατία»). Εξήντα χρόνια μετά, το σύνθημα παραμένει επίκαιρο. Όπως και το ερώτημα αν η γραφειοκρατία πέθανε ποτέ - ή απλώς έμαθε να αλλάζει μορφή.