Σε μια εγκαταλειμμένη παραθαλάσσια ταβέρνα στην Ελλάδα, ένας ηλικιωμένος άντρας παίρνει υπό την προστασία του μια μαύρη κότα, η οποία έχει μόλις γλιτώσει από μια μονάδα μαζικής εκτροφής και από έναν φορτηγατζή που ήθελε να την κάνει το βραδινό του. Ανάμεσα σε ένα κοτέτσι όπου οι κότες αλληλοσπαράσσονται, έναν επιθετικό κόκορα, μια αλεπού που την καταδιώκει και ανθρώπους που μπλέκονται σε ένα κύκλωμα διακίνησης προσφύγων, η κότα περιφέρεται σαν αμέριμνος μάρτυρας ενός κόσμου όπου η βία απέναντι σε ζώα και ανθρώπους μοιάζει να υπακούει στους ίδιους κανόνες.
Μια παραβολή, τόσο μαύρη όσο η φτερωτή ηρωίδα του, για την ίδια την κοινωνία των ανθρώπων, ένα επιθετικό "κοτέτσι" χωρίς ανοχή.»
Γυρισμένη στην Ελλάδα και με ελληνικούς διαλόγους, αυτή εδώ η «Κότα» έρχεται να εμπλουτίσει αλλά και να εμπλουτίσει, με χιούμορ και μια (πάντα κυνική) ελαφρότητα, μετα από ταινίες σαν τα «Hukkle» (2002) και «Taxidermia» (2006), που και προτάθηκαν από την Ουγγαρία για το Ξενόγλωσσο Οσκαρ. Για ν' αφήσει το πρωτοβουλιακό πουλερικό να ξεστρατίσει, ο Γκιόργκι Πάλφι έφυγε κι ο ίδιος από τη χώρα του, αναζητώντας ελευθερία από ένα καθεστώς που ποτέ δεν έπαψε να κατακρίνει.
Διαβάστε τη συνέντευξη: Ο Γιάννης Κοκιασμένος είναι ηθοποιός μόνο όταν παίζει
Σταθερά ιδιοσυγκραιακός και φορμαλιστής, ο Πάλφι στήνει μια παραβολή, τόσο μαύρη όσο η φτερωτή ηρωίδα του, για τη συνύπαρξη ανθρώπων και ζώων, αντιστρέφοντας διακριτικά τους ρόλους: εδώ τα ζώα μοιάζουν απλώς να αγωνίζονται να επιβιώσουν, ενώ οι άνθρωποι αποδεικνύονται συχνά τα πιο ανελέητα πλάσματα. Ο παραλληλισμός φυσικά μεταφέρεται στην ίδια την κοινωνία των ανθρώπων, ένα επιθετικό «κοτέτσι» χωρίς ανοχή. Η πραγματική κότα, που δεν «υποδύεται» τίποτα περισσότερο από τον εαυτό της, είναι αναμφίβολα το πιο ενδιαφέρον στοιχείο μιας ταινίας που στηρίζεται πολύ στην εκπαίδευση των ζώων, στο μοντάζ, στα (βραβευμένα με Ιρις) εφέ και στην παρατήρηση.
Μόνο που πίσω από το εντυπωσιακό εύρημα, η αλληγορία είναι μάλλον προφανής και η συνύπαρξη του κωμικού με το ζοφερό δεν κρατά πάντα την ίδια ισορροπία. Ο Πάλφι έχει εικόνες και ιδέες, αλλά όχι πάντα την αφηγηματική ένταση που θα τις έκανε να αναπτυχθούν. Ενα ιδιόμορφο, τεχνικά αξιοθαύμαστο πείραμα, που τελικά περισσότερο ιντριγκάρει με την ίδια του την ύπαρξη, παρά συγκινεί ή παρασύρει.

