Ο Ντίγκερ Ρόκγουελ είναι ένας 70χρονος Τεξανός δισεκατομμυριούχος μεγιστάνας του πετρελαίου. Η χυδαιότητα του πλούτου του μπορεί να συγκριθεί μόνο με την αντίστοιχη της ναρκισσιστικής αλαζονείας του. Από τη στιγμή που ξυπνάει στα μεταξωτά σεντόνια της βίλας του, γλιστράει στις καουμπόικες μπότες του και στέκεται μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς του που πολλαπλασιάζει το είδωλό του στο άπειρο, ο Ντίγκερ νιώθει και φέρεται ως βασιλιάς του κόσμου - υπεράνω κάθε κώδικα αστικής ευγένειας στους υπαλλήλους του, κάθε θεσμικού περιορισμού στις επιχειρήσεις του, ακόμα και κάθε νόμου της φύσης. Κι αυτό το τελευταίο είναι κλειδί: με το ίδιο εμμονικό πείσμα που κρατά την αγαπημένη του Μάγκι, την 30χρονη γάτα του, ζωντανή (παρόλο που έχει μείνει νεκροζώντανο λείψανο, αποσυντίθεται καθημερινά και υποφέρει) έτσι συνεχίζει να αγνοεί επιδεικτικά κάθε προειδοποίηση των συνεργατών του για την ωστική καταστροφική δύναμη της κλιματικής αλλαγής που έχουν προκαλέσει οι γεωτρήσεις του. Τι θέλουν να του πουν αυτοί οι χίπηδες περιβαλλοντολόγοι που κρούουν τον κώδικα του κινδύνου; Να σταματήσει την παραγωγή στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του στη Γροιλανδία γιατί έχει ανοίξει ένα ρήγμα στον πάγο; Κάθε μέρα το σχίσμα μεγαλώνει, αλλά κάθε μέρα αντιστοιχεί σε 3.5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Για τον Ντίγκερ μόνο αυτό μετράει. Ολα τα άλλα τα αγνοεί.
Μέχρι που έρχεται η στιγμή που δεν μπορεί να τα αγνοήσει άλλο. Το ρήγμα στον αρκτικό κύκλο αναβλύζει μεθάνιο, η έκρηξη προκαλεί ολική καταστροφή στις πλατφόρμες σκοτώνοντας τους εκατοντάδες εργάτες του κι ισοπεδώνοντας τις εγκαταστάσεις του. Κι αυτό μοιάζει, αλλά δεν είναι το χειρότερο. Η έκρηξη προκαλεί την αποκόλληση ενός τεράστιου παγόβουνου (4 φορές το μέγεθος της Ουάσινγκτον) το οποίο κινείται απειλητικά προς την Ευρώπη. Φτάνοντας στις ακτές θα προκαλέσει ένα τεράστιο τσουνάμι που θα αφανίσει χώρες ολόκληρες.
Κάπως έτσι ο Πρόεδρος της Αμερικής, μαζί με το υπουργικό και στρατιωτικό επιτελείο του, θα βρεθούν σε έκτακτη συνέλευση στο bunker του Ντίγκερ για να δουν πώς θα απαντήσουν στον επερχόμενο αφανισμό. Οχι, δεν μπορούν να τον ελέγξουν (παρόλο που το πρώτο ένστικτο είναι να «f-ing nuke it»). Πρέπει όμως να ελέγξουν το αφήγημα. Δεν μπορεί να μείνει η Αμερική κι επεκτατικός καπιταλισμός της ως ο λόγος της καταστροφής του κόσμου.
Ναι, ο Αλεχάντρο Ινιαρίτου («Birdman», «Βαβέλ», «Η Επιστροφή»), ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τους Αλεξάντερ Ντινελάρις, Νικολάς Τζιακομπόνε και Σαμπίνα Μπέρμαν κάνει ευθεία αναφορά στο «Δωμάτιο Πολέμου» του «Dr. Strangelove» - στήνοντας μία αίθουσα συσκέψεων με τα σύγχρονα εγωπαθή ανθρωπάρια, έναν μικρό στρατό από Ντόναλντ Τραμπ/Πιτ Χέγκσεθ/ Ιλον Μασκ καρικατούρες που μέσα στην αυτοθαυμαζόμενη ηλιθιότητα τους κρατούν το μέλλον του κόσμου στα χέρια τους.
Κι αν ο Κιούμπρικ μιλούσε για το φόβο της πυρηνικής Αποκάλυψης, ο Ινιαρίτου φιλοδοξεί να παραδώσει την magnum opus σάτιρα του για την περιβαντολλογική καταστροφή και το τέλος της ανθρωπότητας. Και να το κάνει με μεγαλόπνοο ρίσκο - ένα παράτολμο πείραμα με τα όρια της οπτικής, σκηνοθετικής, αφηγηματικής αμετροέπειας, της μαξιμαλιστικής αισθητικής, του VistaVision παραλογισμού. Σαν να βρέθηκαν σε ένα αντίστοιχο «Δωμάτιο Πολέμου» ο Τσάρλι Κάουφμαν, ο Ρόι Αντερσον, ο Τέρι Γκίλιαμ (μαζί με τον Μπρεχτ και τον Ιερώνυμο Μπος, αλλά για λόγους που δε θα σας αποκαλύψουμε) ένωσαν τις παραληρηματικές φαντασίες τους, έπιασαν έναν φρενήρη τόνο και τον δυνάμωσαν στα ακόμα πιο κόκκινα, έσπασαν τον τέταρτο τοίχο και κατασκεύασαν κάτι που δεν έχει δει ξανά η μεγάλη οθόνη - δεν υπάρχει όμοιο του, δεν περιγράφεται.
Μάλιστα, η ανατροπή (που αποτελεί απόλυτο spoiler για αυτό και δεν θα την προδώσουμε) κάνει ένα ακόμα πιο φιλόδοξο άλμα: δεν σχολιάζει μόνο την ανάγκη να σωθεί «το αφήγημα» για το τέλος της ανθρωπότητας, αλλά και το πόσο η ίδια η ανθρωπότητα έχει ανάγκη για αφηγήματα. Για παραμύθια. Ισως γι’ αυτό και για σινεμά.
Ο Ινιαρίτου γυρίζει τον ολόσωμο καθρέφτη, αυτόν που πολλαπλασιάζει το είδωλό του στο άπειρο, στον ίδιο. Με την ίδια αλαζονεία. Κι εκεί χάνει και το στοίχημα και το κοινό.
Το «Ντίγκερ» έχει όλα τα υλικά για να μείνει ως απόλυτο, αυτόματα κλασικό, αριστούργημα. Σωστό μήνυμα, τόλμη, όραμα. Μοιάζει όμως με κάποιον που φωνάζει τόσο δυνατά το δίκιο του, το επαναλαμβάνει, το υπογραμμίζει, το ανακυκλώνει. Και το χάνει.
Υπερφορτωμένη φόρμα (μάστερκλας μπαρόκ φετιχιστικής σκηνογραφίας, ενώ -ως συνήθως- ο Εμανουέλ Λουμπέσκι «ζωγραφίζει») που καταπίνει την ουσία. Διδακτικό μήνυμα που βομβαρδίζει κενές ενοχές. Aνατροπή, που μοιάζει να υπάρχει περισσότερο εξυπνακίστικα, παρά να πηγαίνει το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο σε βάθος. Εξαιρετικό καστ ηθοποιών που πνίγονται στην καθοδήγηση ενός εξαντλητικού overacting. Ο Τζον Γκούντμαν επιτίθεται στο ρόλο του Αμερικανού Προέδρου - χωρίς φρένο, χωρίς ενδοιασμούς. Με ένα εκφραστικό bravado που κάνει την ερμηνεία του στο «Barton Fink» να μοιάζει με υπόδειγμα αυτοσυγκράτησης. Η Σάντρα Ούλερ ανοίγει μια πόρτα στην πρώτη σκηνή της και επιβάλλεται απευθείας. Κλέβει όλο το ενδιαφέρον, παίρνει όλο το χώρο, όλο το οξυγόνο (αλλά τι κρίμα - ο Ινιαρίτου δεν την χρησιμοποιεί όπως θα της άξιζε). Ο Ριζ Αχμεντ επιβεβαιώνει ότι έχει μέλλον - ως η μόνη φωνή λογικής κι ευαισθησίας στο absurd σύμπαν της ταινίας (και του κόσμου μας), σπάει τα όρια της καρικατούρας του με το εκφραστικό του πρόσωπο, χωρίς να υπονομεύει την σαρκαστική δομή και την σλάπστικ σωματικότητα του ρόλου του.
Και όλα γυρίζουν και σταματούν μπροστά στο φαινόμενο Τομ Κρουζ. Σαν ένα παγόβουνο 4 φορές το μέγεθος της Ουάσινγκτον, ο Κρουζ συγκρούεται με σύνορα και όρια εαυτού - ασταμάτητος, ατρόμητος, αθεόφοβος. Θαμμένος κάτω από κιλά προσθετικού μακιγιάζ και πάχους, εξαφανίζεται μέσα στον Ντίγκερ. Κι όχι. Απαγγέλοντας με στόμφο κάθε twang φωνήεν της βλάχικης προφοράς του Νότου, φορώντας σαν κοστούμι την μοχθηρή, τυφλή έπαρση, κλέβοντας σπινθηροβόλα βλέμματα πονηριάς και κάνοντας με το σώμα του μία κασκαντερικών προδιαγραφών χορογραφία (σε κάθε σκηνή, σε κάθε επιλογή), ο Κρουζ δεν μένει στην καρικατούρα. Γίνεται καρτούν. Και κογιότ και μπιπ μπιπ μαζί - τρέχει την ερμηνεία του σε γκρεμούς χωρίς αλεξίπτωτο ή δίχτυ ασφαλείας.
Αξιέπαιανα κι αξιοσημείωτα όλα αυτά. Κι απολύτως κουραστικά. Μία μαύρη κωμωδία που γελάς σε σημεία, αλλά δεν την απολαμβάνεις. Μία σάτιρα που θα έπρεπε να σε αφήσει προβληματισμένο και λίγο πιο σοφό, αλλά σε εξαντλεί. Ενα επικό υπερθέαμα που θα έπρεπε να σε εντυπωσιάσει, αλλά σε μπουκώνει. Και πάνω από όλα: μία καυστική πρόκληση που δεν εμπιστεύεται την μεγατόνων ειρωνία της και την absurd δύναμή της. Αλλά συνεχώς την εξηγεί.
Η ευφυΐα του Κιούμπρικ, η λαϊκή αμεσότητα του Μελ Μπρουκς, η οξυδέρκεια της κωμωδίας του Πίτερ Σέλερς όλα βασίζονταν στο χαλινάρι. Υπήρχαν καλοδουλεμένες ισορροπίες και στο ξέφρενο. Υπάρχουν κανόνες στο πραγματικά αστείο - ακόμα κι αν ακουμπά σε κάτι απόλυτα τρομακτικό ή τραυματικό (τον πυρηνικό όλεθρο, ή το Ολοκαύτωμα). Εχει νόμους, τονικότητα, timing η κωμωδία. Απαιτεί ανάσες για να μεταβολιστεί. Σιωπές για να γελάσεις τρανταχτά.
Εδώ ο Ινιαρίτου παίρνει το φτυάρι του Ντίγκερ, πεισμωμένος ότι σκάβοντας θα βρει πετρέλαιο. Ομως, όπως στη σκηνή όπου όλος ο θίασος μπουρδουκλώνεται στο πεσμένο φτυάρι, έτσι κι ο ίδιος μοιάζει να σκοντάφτει, ξανά και ξανά, στην αυτάρεσκη, βροντόφωνη, εστέτ αλαζονεία του.

