Το «Street Fighter» δεν είναι απλώς ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα στην ιστορία των video games, αλλά ένα κομμάτι της ποπ κουλτούρας που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις ψηφιακές μονομαχίες. Από τα ουφάδικα των 90s μέχρι τις αμέτρητες ώρες μπροστά στις κονσόλες, ο Ρίου, ο Κεν και το περίφημο hadouken έγιναν σύμβολα μιας εποχής που εξακολουθεί να γεννά νοσταλγία. Η μεταφορά ενός τέτοιου κόσμου στη μεγάλη οθόνη, ωστόσο, δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς η πιστή αναπαραγωγή των γνώριμων στοιχείων δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική εμπειρία.
Ο Κιτάο Σακούραϊ, γνωστός από τη δουλειά του στο «The Eric Andre Show» και την κωμωδία «Bad Trip», προσεγγίζει το υλικό με διάθεση να αγκαλιάσει την παρανοϊκή ενέργεια του παιχνιδιού αντί να την εξηγήσει ή να την εξημερώσει. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύχρωμη περιπέτεια που αναζητά τη διασκέδαση μέσα από τις υπερβολές της, χωρίς να αποφεύγει τις αδυναμίες μιας ιστορίας που συχνά μοιάζει να υπάρχει απλώς για να οδηγήσει τους ήρωες στο επόμενο fight.
Το 1993, οι αποξενωμένοι Street Fighters Ρίου και Κεν Μάστερς επιστρέφουν στη μάχη όταν η μυστηριώδης Τσουν-Λι τούς προσλαμβάνει για το επόμενο Παγκόσμιο Τουρνουά Street Fight, μια βίαιη σύγκρουση πεπρωμένου και οργής. Αλλά πίσω από αυτή τη μάχη κρύβεται μια θανατηφόρα συνωμοσία που τους αναγκάζει να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλον και τους δαίμονες του παρελθόντος τους. Και αν δεν το κάνουν, το παιχνίδι τελειώνει!
Η αυτοσαρκαστική διάθεση, οι απολαυστικές ατάκες και η χημεία των πρωταγωνιστών διασώζουν αρκετές στιγμές, ακόμη κι όταν το θέαμα αρχίζει να επαναλαμβάνεται. Για όσους αγαπούν το σινεμά που δεν φοβάται να γίνει σαχλό, πολύχρωμο και εντελώς ανεγκέφαλο για χάρη της διασκέδασης, το συγκεκριμένο round one (από ό,τι φαίνεται) του franchise μπορεί να αποδειχθεί ακριβώς η ένοχη απόλαυση που αναζητούν.»
Το σενάριο του Σακούραϊ και του Τ. Τζ. Φίξμαν βρίσκεται στα καλύτερά του όταν παύει να παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά σοβαρά, αφήνοντας χώρο στις αλλόκοτες καταστάσεις, στις απολαυστικά γελοίες ατάκες και στην επίγνωση ότι ο κόσμος του «Street Fighter» ήταν πάντοτε πιο ενδιαφέρων όταν η λογική υποχωρούσε μπροστά στο θέαμα, αλλά δυστυχώς, η πλοκή δυσκολεύεται να διαχειριστεί το πλήθος των χαρακτήρων και τις επιμέρους συγκρούσεις.
Η σκηνοθεσία, πάντως, κρύβει μια ευχάριστη έκπληξη στις αναδρομές που φωτίζουν το κοινό παρελθόν του Ρίου και του Κεν από το 1987 (fun fact - είναι και η χρονιά που κυκλοφόρησε και το πρώτο «Street Fighter»). Ο Σακούραϊ συνεργάστηκε με το στούντιο Titmouse, γνωστό από σειρές όπως τα «Big Mouth», «Metalocalypse» και «The Legend of Vox Machina», για να μεταφέρει αυτές τις σκηνές σε χειροποίητο animation δύο διαστάσεων. Η επιλογή δεν αποτελεί απλώς ένα νοσταλγικό διάλειμμα από τη live action αφήγηση, αλλά έναν τρόπο να ανασυνθέσει την αισθητική των anime των 90s, με έντονες γραμμές, δυναμική κίνηση και εντυπωσιακές χρωματικές αντιθέσεις. Οι σκηνές αυτές προσδίδουν στην ιστορία μια ξεχωριστή οπτική ταυτότητα και θυμίζουν πως ο κόσμος του παιχνιδιού μπορεί να λειτουργήσει κινηματογραφικά όταν απελευθερώνεται από τους περιορισμούς του ρεαλισμού.
Στο επίκεντρο βρίσκονται ο Aντριου Κότζι και ο Νόα Σεντινέο, οι οποίοι δίνουν στον Ρίου και στον Κεν μια σχέση που ξεπερνά την απλή αντιπαλότητα. Το bromance τους στηρίζεται σε πειράγματα, ανταγωνισμό και οικειότητα που συχνά αγγίζει τα όρια του ομοερωτισμού, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με τους υπόλοιπους χαρακτήρες (εξάλλου ο Ρώσος Ζανγκιέφ θεωρείτε ακόμα και σήμερα gay bear icon). Η χημεία τους λειτουργεί καλύτερα από αρκετές από τις δραματικές υποπλοκές, ενώ οι δεύτεροι ρόλοι προσθέτουν την απαραίτητη δόση εκκεντρικότητας, χωρίς να αξιοποιούνται όλοι στον ίδιο βαθμό. Η 90s αισθητική συμπληρώνεται από ένα soundtrack γεμάτο μουσικές αναφορές στην εποχή, ενισχύοντας τη διάθεση ενός φιλμ που προτιμά την ακατάσχετη ενέργεια από τη λεπτότητα.
Το «Street Fighter» δεν πετυχαίνει κάθε χτύπημα, με το σενάριο να πηγαίνει περίπατο και οι αδυναμίες του να γίνονται αισθητές όταν η δράση καλείται να υποχωρήσει για χάρη της αφήγησης. Ωστόσο, η αυτοσαρκαστική διάθεση, οι απολαυστικές ατάκες και η χημεία των πρωταγωνιστών διασώζουν αρκετές στιγμές, ακόμη κι όταν το θέαμα αρχίζει να επαναλαμβάνεται. Για όσους αγαπούν το σινεμά που δεν φοβάται να γίνει σαχλό, πολύχρωμο και εντελώς ανεγκέφαλο για χάρη της διασκέδασης, το συγκεκριμένο round one (από ό,τι φαίνεται) του franchise μπορεί να αποδειχθεί ακριβώς η ένοχη απόλαυση που αναζητούν.

