Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το «To Catch a Predator» πρωτοεμφανίστηκε ως ενότητα της ειδησεογραφικής εκπομπής Dateline του NBC. Στόχος του ήταν να εντοπίζει και να αποκαλύπτει άντρες «θηρευτές» - σεξουαλικούς κυνηγούς που ψάρευαν ανήλικα θύματα μέσω διαδικτύου. Εμπνευστής και παρουσιαστής της εκπομπής ο Κρις Χάνσεν, ο οποίος μαζί με την παραγωγό και την ομάδα του έστηναν περίτεχνες επιχειρήσεις, προσελκύοντας τους επίδοξους δράστες με ενήλικες συνεργάτες-ηθοποιούς που υποδύονταν τα ανήλικα δολώματα. Οταν οι δράστες έφταναν στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης, αντί της παραβατικής σεξουαλικής τους ονείρωξης, έρχονταν αντιμέτωποι με το χειρότερο εφιάλτη τους: τον Χάνσεν, ο οποίος τους ανέκρινε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, προτού η αστυνομία επέμβει για να τους συλλάβει.



Η ενότητα σημείωσε μεγάλη επιτυχία, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τη διοίκηση του καναλιού: αύξησε το budget και τις παροχές προς την ομάδα του Χάνσεν, την απέσπασε από την ομπρέλα του Dateline και της εξασφάλισε μια πολυπόθητη θέση στο primetime — την πιο εμπορική ζώνη της τηλεόρασης.
Η εκπομπή έγινε τηλεοπτικό φαινόμενο, αλλά πρόλαβε να κάνει μόλις 20 επεισόδια πριν ακυρωθεί το 2008, στον απόηχο ενός σκανδάλου, το οποίο δικαίωσε τους επικριτές της: ακόμα κι αν προβάλεις ως στόχο σου ένα ιερό σκοπό, πόσο ανήθικος είσαι κι ο ίδιος;

Ο ντοκιμαντερίστας Λανς Οπενχαϊμ («Some Kind of Heaven», «Spermworld») κάνει το ντεμπούτο του στις ταινίες μυθοπλασίας, αναθέτοντας στον -επίσης πρωτοεμφανιζόμενο- Ατζόν Σινγκ να μεταφέρει στο σινεμά ένα άρθρο του Esquire για την πολύκροτη υπόθεση του τερματισμού της εκπομπής.

«Τι θα συνέβαινε αν δεν ερχόμουν εγώ;» Αυτή ήταν η ερώτηση-σήμα κατατεθέν του Χάνσεν προς τους δράστες, που στέκονταν ταπεινωμένοι μπροστά στις κάμερες και στα εκατομμύρια των τηλεθεατών. Κι αν εκείνος αναφερόταν στη σεξουαλική κακοποίηση που θα ακολουθούσε αν δεν είχε παρέμβει, η ίδια ερώτηση αποκτά μια ειρωνική δεύτερη ανάγνωση όταν τη θέσουμε απέναντι στην πολιτισμική στροφή της τηλεόρασης προς το reality στις αρχές του 21ου αιώνα — μια στροφή που άλλαξε για πάντα τους κανόνες και το τοπίο των media. 



Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως για το ποιος κλέβει την παράσταση. Ο Πάτινσον, για ακόμα μία φορά σ’ έναν ρόλο ηθικό-ναρκοπέδιο, διαπρέπει. Δεν μιμείται απλώς τον Χάνσεν, τον ενσαρκώνει. Δεν τελειοποιεί την περσόνα του.»

Αυτό θέλει να εξετάσει ο Οπενχαϊμ. Είναι φανερό ότι δεν τον ενδιαφέρει μια απλή βιογραφία του Χάνσεν. Ούτε μια στεγνή καταγραφή των γεγονότων - όπως θα έκανε αν γύριζε ένα από τα ντοκιμαντέρ του. Θέλει μία υπερβατική κινηματογραφική εκδοχή, όπου η στυλιζαρισμένη και υποκειμενική σκηνοθετική ματιά συγχρονίζεται με το θέμα της ταινίας: υπάρχει χώρος για entertainment όταν δηλώνεις ότι ακολουθείς την αλήθεια; 



Μέσα από αυτό το πρίσμα (ο ίδιος το ονομάζει «docufantasia») ο DP Ντέιβιντ Μπόλεν αυξάνει την ένταση στα χρώματα, την ίδια στιγμή που θολώνει την εικόνα, βυθίζοντας τον ήρωα στην ομίχλη μίας συνειδησιακής παραίσθησης. Γιατί, όπως ακριβώς και οι θηρευτές του, έτσι κι ο ίδιος κυνήγησε ένα όνειρο προσωπικής επιτυχίας (την primetime τηλεθέαση) που μετατράπηκε σε εφιάλτη.

Ομως κι ο ίδιος ο Οπενχαϊμ παγιδεύεται σε αυτό τον εφιάλτη. Θέλει τόσο πολύ να δείξει την πτώση του άσωτου υιού, να βάλει βιωματικά τον θεατή στην κάθοδο της celebrity τηλεοπτικής κόλασης, που αυτή η δίνη τον παρασύρει και τον ίδιον σε μία κυκλωτική επανάληψη. Στήνει τόσο ψηλά τον πήχη, υπόσχεται πολλά, δεν μπορεί τελικά να τα προσφέρει με την αυτοπεποίθηση ενός έμπειρου storyteller. Από μόνη της, αυτή η ιστορία έχει ένα εξαιρετικά δυνατό catch: ακόμη κι αν δεν γνωρίζεις την τραγωδία που εκτυλίχθηκε, νιώθεις από νωρίς ότι κάτι πολύ σκοτεινό πρόκειται να συμβεί. Κινηματογραφικά, όμως, όλο αυτό το στήσιμο διαρκεί υπερβολικά, για να καταλήξει τελικά σε κάτι οριακά προβλέψιμο. 



Σαν ένα τροχαίο δυστύχημα που δεν μπορείς παρά να κοιτάς, υπάρχει κάτι στην ταινία που σε μαγνητίζει. Οι ηθοποιοί του. Πάντα εξαιρετική η Μέριτ Γουίβερ (την πρωτομάθαμε ως εκκεντρική νοσοκόμα στο «Nurse Betty») ως φιλόδοξη παραγωγός, συγκινητικός ο Σκάιλερ Γκισόντο ως ηθοποιός με όνειρα που κατέληξε να παίζει τα «13χρονα» θύματα, ενώ σε ρόλους-έκπληξη η μουσικός Φίμπι Μπρίτζερς κι ο πραγματικός CEO του NBC, Τζεφ Ζάκερ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως για το ποιος κλέβει την παράσταση. Ο Πάτινσον, για ακόμα μία φορά σ’ έναν ρόλο ηθικό-ναρκοπέδιο, διαπρέπει. Δεν μιμείται απλώς τον Χάνσεν, τον ενσαρκώνει. Δεν τελειοποιεί την περσόνα του (από το τίναγμα των μαλλιών, μέχρι την βαρύγδουπη προφορά του λόγου), αλλά υπάρχει μία κοφτερή ειρωνία -πίσω από τις λέξεις, τις αυτοσαρκαστικές εκφράσεις, τη σωματικότητα,- που λειτουργεί ως παράλληλος καυστικός σχολιασμός για τις τηλεοπτικές περσόνες γενικότερα, τον υπέρμετρο ναρκισσισμό του επαγγέλματος, συνολικά.

Ολο αυτό θα μπορούσε να βγει εξυπνακίστικο, διδακτικό. Ο Πάτινσον όμως δε γίνεται ποτέ καρικατούρα . Δίνει στο ρόλο κι ένα τρίτο επίπεδο. Κλεφτά βλέμματα, μικροστιγμές, λεπτές χειρονομίες εξανθρωπίζουν (ακόμα κι αν δεν δικαιολογούν) τον ήρωα του. Αφήνουν ρωγμή για όποιον έχει τη διάθεση να κοιτάξει πέρα από τις κάμερες, ανάμεσα από τον κόκκο του white noise, πίσω από τη μακιγιαρισμένη μάσκα. Και να βρει κάτι ακόμα πιο τρομακτικό...