Για χρόνια, η Sony προσπαθούσε να χτίσει ένα κινηματογραφικό σύμπαν γύρω από τους κακούς της Marvel, αναζητώντας στο πρόσωπο του Venom, του Morbius και της Madame Web την εμπορική συνταγή που θα της επέτρεπε να σταθεί δίπλα στους Εκδικητές. Το αποτέλεσμα υπήρξε αποκαλυπτικό για τα αδιέξοδα μιας βιομηχανίας που πίστεψε πως η αναγνωρισιμότητα ενός χαρακτήρα αρκεί για να γεννήσει κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Την ώρα που εκείνο το εγχείρημα βυθιζόταν στις ίδιες του τις αντιφάσεις, η DC αναζητά μια διαφορετική διέξοδο, αφήνοντας για λίγο στην άκρη τις κάπες και τις εκρήξεις για να κοιτάξει κατάματα ένα τέρας που γεννιέται από την ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Το «Clayface» του Τζέιμς Γουότκινς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Χόλιγουντ αναγκάζεται να επανεξετάσει τη σχέση του με τα πανάκριβα κινηματογραφικά σύμπαντα, την ώρα που ο τρόμος αποδεικνύει πως μια δυνατή ιδέα μπορεί να αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Με τον προϋπολογισμό του να κινείται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα των παραδοσιακών υπερηρωικών παραγωγών, το φιλμ επιλέγει τον δρόμο του σωματικού τρόμου, μετατρέποντας την ιστορία ενός δευτερεύοντος εχθρού του Batman σε μια νοσηρή διαδρομή προς την απώλεια της ανθρώπινης ταυτότητας.

Ο Ματ Χέιγκεν, έναν ανερχόμενος ηθοποιός, βλέπει τη ζωή και την καριέρα του να καταστρέφονται ολοσχερώς μετά από μια βίαιη επίθεση γκάνγκστερ που τον αφήνει φρικτά παραμορφωμένο. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αποκαταστήσει την εμφάνισή του και να σώσει το μέλλον του, ο Χέιγκεν στρέφεται σε μια πειραματική, ιατρική θεραπεία. Ωστόσο, η επέμβαση έχει ολέθριες συνέπειες. Το σώμα του αρχίζει να μεταλλάσσεται ανεξέλεγκτα σε μια εύπλαστη, πήλινη μάζα, χαρίζοντάς του τρομακτικές ικανότητες μεταμόρφωσης, αλλά ταυτόχρονα διαβρώνοντας την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή του. Παγιδευμένος ανάμεσα στην απώλεια της ταυτότητάς του και τη δίψα για δικαιοσύνη, ο Χέιγκεν ξεκινά έναν αιματηρό αγώνα εναντίον εκείνων που τον κατέστρεψαν, μετατρέποντας την τραγωδία του στο απόλυτο όπλο εκδίκησης.

Το "Clayface" δεν ανακαλύπτει ξανά τον κινηματογραφικό τρόμο, ούτε αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες που κρύβει η ιδέα του. Καταφέρνει, ωστόσο, να υπενθυμίσει πως πίσω από κάθε τέρας μπορεί να κρύβεται ένας άνθρωπος που καταστράφηκε προσπαθώντας να διορθώσει όσα θεωρούσε ελαττώματά του.»

Ο Γουότκινς, που τον έχουμε γνωρίσει μέσα από το ανελέητο «Eden Lake», το γοτθικό «Η Γυναίκα με τα Μαύρα» και το πρόσφατο αμερικάνικο ριμέικ του «Speak No Evil», γνωρίζει καλά πως ο πραγματικός τρόμος δεν βρίσκεται απαραίτητα σε όσα κρύβονται στο σκοτάδι, αλλά σε εκείνα που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας. Εδώ αξιοποιεί αυτή την αίσθηση απειλής για να παρακολουθήσει την πτώση του Ματ Χέιγκεν, ενός ανερχόμενου ηθοποιού που, ύστερα από μια βίαιη επίθεση, καταφεύγει σε μια πειραματική θεραπεία προκειμένου να αποκαταστήσει το παραμορφωμένο πρόσωπό του.

Το δυνατότερο χαρτί της ταινίας βρίσκεται στο gore και στο body horror, με τον σκηνοθέτη να μη φοβάται να φέρει την κάμερα κοντά στην παραμόρφωση, στις πληγές και στη διαρκή διάλυση της σάρκας. Οι πρακτικές επιδράσεις και τα ψηφιακά εφέ συνεργάζονται για να δημιουργήσουν εικόνες που προκαλούν πραγματική δυσφορία, παραπέμποντας στον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και στη φρίκη της «Μύγας». Το σώμα παύει να αποτελεί το γνώριμο περίβλημα της προσωπικότητας και μετατρέπεται σε έναν ζωντανό εφιάλτη, ενώ η εξωτερική αλλοίωση αντανακλά τη σταδιακή διάλυση του ψυχισμού του ήρωα. Ο Γουότκινς χειρίζεται αποτελεσματικά αυτή την κλιμάκωση, αν και ορισμένες σκηνές μοιάζουν περισσότερο προσηλωμένες στην πρόκληση αποστροφής παρά στην περαιτέρω εμβάθυνση του δράματος.

Διαβάστε ακόμα: Οι υπερήρωες απέτυχαν. Ωρα να μιλήσουν τα τέρατα!

Το σενάριο των Μάικ Φλάναγκαν και Χοσεΐν Αμίνι διαθέτει μια ενδιαφέρουσα αφετηρία, καθώς συνδέει τη φιλοδοξία, την ανάγκη για αποδοχή και τη δίψα για εκδίκηση σε μια ιστορία που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο σύνθετο από μια συμβατική ιστορία προέλευσης. Ωστόσο, η αφήγηση δεν αποφεύγει ορισμένες γνώριμες διαδρομές, ενώ η συναισθηματική διάσταση της σχέσης του Ματ με την επιστήμονα Κέιτλιν Κορ δεν αποκτά πάντοτε το βάθος που απαιτείται για να στηρίξει την τραγική κατάληξη της μεταμόρφωσής του.

Ο Τομ Ρις Χάρις σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της ταινίας, αποδίδοντας πειστικά την πορεία από την ευάλωτη αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που έχει συνηθίσει να τον θαυμάζουν μέχρι την απελπισία κάποιου που αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Η Ναόμι Aκι προσφέρει μια πιο ανθρώπινη πλευρά στην ιστορία, ενώ ο Eντι Μάρσαν και ο Μαξ Μινγκέλα συμπληρώνουν ένα καστ που λειτουργεί καλύτερα όταν οι χαρακτήρες του δεν περιορίζονται στους ρόλους που επιβάλλει η πλοκή.

Το «Clayface» δεν ανακαλύπτει ξανά τον κινηματογραφικό τρόμο, ούτε αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες που κρύβει η ιδέα του. Καταφέρνει, ωστόσο, να υπενθυμίσει πως πίσω από κάθε τέρας μπορεί να κρύβεται ένας άνθρωπος που καταστράφηκε προσπαθώντας να διορθώσει όσα θεωρούσε ελαττώματά του. Σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να λατρεύει την τέλεια εικόνα, η πιο αποκρουστική παραμόρφωση είναι εκείνη που αποκαλύπτει πόσο εύκολα η ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί μπορεί να μας μετατρέψει σε κάτι ξένο προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Και κάπου ανάμεσα στη σάρκα που λιώνει και στην ταυτότητα που διαλύεται, η πραγματική απελευθέρωση αρχίζει με την αναμέτρηση με το τέρας που κουβαλάμε μέσα μας.