Άποψη

Οι υπερήρωες απέτυχαν. Ωρα να μιλήσουν τα τέρατα!

στα 10

Το box office των τελευταίων χρόνων φέρνει μια ανατροπή που λίγοι περίμεναν. Ο τρόμος κυριαρχεί, τα μεγάλα franchise κλονίζονται και το «Clayface» μοιάζει να κρατά στα χέρια του το μέλλον της DC.

Οι υπερήρωες απέτυχαν. Ωρα να μιλήσουν τα τέρατα!

Το Χόλιγουντ αγαπούσε πάντοτε τις βεβαιότητες.

Για περισσότερο από μία δεκαετία αυτές είχαν τη μορφή των υπερηρώων, με τα μεγάλα κινηματογραφικά σύμπαντα να μονοπωλούν το ενδιαφέρον του κοινού και τα στούντιο να επενδύουν ολοένα και μεγαλύτερα ποσά στην ελπίδα ενός ακόμη δισεκατομμυρίου στο παγκόσμιο box office. Σήμερα όμως η εικόνα μοιάζει εντελώς διαφορετική. Το κοινό έχει κουραστεί από την επανάληψη, οι πανάκριβες παραγωγές δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να δικαιολογήσουν τα υπέρογκα κόστη τους και η εμπορική επιτυχία δεν θεωρείται πλέον δεδομένη, ακόμη και όταν στηρίζεται σε αναγνωρίσιμα ονόματα και διάσημους χαρακτήρες.

Την ίδια στιγμή, ένα κινηματογραφικό είδος που για χρόνια αντιμετωπιζόταν ως η «οικονομική» λύση των στούντιο δείχνει να κρατά στα χέρια του το πιο πολύτιμο χαρτί της βιομηχανίας.

Ο τρόμος δεν αποτελεί πλέον μια ασφαλή επένδυση μόνο επειδή κοστίζει λίγο. Αποδεικνύεται ότι μπορεί να προσφέρει και τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Τα τελευταία δύο χρόνια οι μεγαλύτερες ιστορίες επιτυχίας δεν προήλθαν από χάρτινους ήρωες με κάπες, αλλά από δημιουργούς που τόλμησαν να αφηγηθούν εφιάλτες με περιορισμένα μέσα και ξεκάθαρο καλλιτεχνικό όραμα. Και ίσως αυτή η πραγματικότητα να εξηγεί γιατί το πιο σημαντικό χαρτί του νέου κινηματογραφικού σύμπαντος της DC δεν είναι ούτε ο, πάλαι ποτέ κερδοφόρος, «Superman» ούτε η πλήρως αποτυχημένη (σε όλα τα επίπεδα) «Supergirl», αλλά ένας παραμορφωμένος χαρακτήρας που μετατρέπεται σε τέρας.

Διαβάστε ακόμα: Το «Clayface» φέρνει το body horror στη DC

backrooms ken parsons

Η αλλαγή αυτή δεν αποτυπώνεται μόνο στη διάθεση του κοινού να αγκαλιάσει πιο τολμηρές ιστορίες, αλλά και στους αριθμούς που καταγράφει το παγκόσμιο box office. Οι μεγαλύτερες εμπορικές εκπλήξεις των τελευταίων μηνών δεν προήλθαν από παραγωγές με δυσθεώρητους προϋπολογισμούς, αλλά από ταινίες τρόμου που αξιοποίησαν έξυπνα τους περιορισμένους πόρους τους και κατάφεραν να μετατρέψουν το δημιουργικό τους ρίσκο σε εντυπωσιακή οικονομική επιτυχία, αποδεικνύοντας ότι η φαντασία εξακολουθεί να αξίζει περισσότερο από τα εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια ενός blockbuster.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι φυσικά το «Backrooms» του Κέιν Πάρσονς. Με προϋπολογισμό μόλις δέκα εκατομμυρίων δολαρίων κατάφερε να ξεπεράσει τα 384 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, αποφέροντας έσοδα σχεδόν σαράντα φορές μεγαλύτερα από το κόστος παραγωγής του. Η ταινία σημείωσε μία από τις μεγαλύτερες πρεμιέρες που έχει καταγράψει ποτέ ταινία τρόμου και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο κερδοφόρα κινηματογραφικά φαινόμενα της χρονιάς.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή τη νέα πραγματικότητα είναι ότι η επιτυχία δεν μετριέται πλέον αποκλειστικά με το μέγεθος του προϋπολογισμού, αλλά με τη δύναμη της ιδέας. Ο κινηματογραφικός τρόμος απέδειξε τα τελευταία χρόνια ότι μπορεί να μετατρέψει μικρές παραγωγές σε παγκόσμια φαινόμενα, την ώρα που πανάκριβα franchise δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους.»

Obsession

Ακόμη πιο εντυπωσιακή αποδείχθηκε η πορεία της «Εμμονής» του Κάρι Μπάρκερ, το οποίο ξεκίνησε διακριτικά, αλλά στηρίχθηκε στο εξαιρετικό word of mouth, αυξάνοντας τα έσοδά του από εβδομάδα σε εβδομάδα αντί να καταρρεύσει μετά την πρεμιέρα, όπως συμβαίνει συνήθως και να ξεπεράσει τα 400 εκατομμύρια παγκοσμίως με μπάτζετ μόλις 750.000 δολάρια.

Το γεγονός ότι δύο πρωτότυπες ταινίες τρόμου κατάφεραν να επισκιάσουν τεράστια franchises δεν είναι μια απλή συγκυρία. Είναι ένα μήνυμα προς ολόκληρη τη βιομηχανία ότι το κοινό αναζητά και πάλι δημιουργικότητα, ένταση και διαφορετικές εμπειρίες αντί για ακόμη μία ανακύκλωση της ίδιας συνταγής.

Αυτό, άλλωστε, δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Από το «Alien Romulus» και το «Longlegs» μέχρι το «Smile 2», το «Νοσφεράτου» και το «Βλέπω το Θάνατο σου 6: Δεσμοί Αίματος», ο τρόμος διανύει ίσως την πιο υγιή εμπορική περίοδο των τελευταίων δεκαετιών. Το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο τα εισιτήρια, αλλά η σχέση κόστους και κέρδους. Οταν μια παραγωγή στοιχίζει σαράντα, είκοσι ή ακόμη και δέκα εκατομμύρια δολάρια, δεν χρειάζεται να φτάσει το ένα δισεκατομμύριο για να θεωρηθεί επιτυχημένη. Αρκεί να βρει το κοινό της και να δημιουργήσει συζήτηση. Αυτό ακριβώς κάνει ο σύγχρονος κινηματογραφικός τρόμος καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο είδος.

Στον αντίποδα βρίσκεται σήμερα η DC. Το νέο κινηματογραφικό σύμπαν του Τζέιμς Γκαν ξεκίνησε με μεγάλες φιλοδοξίες, όμως η εμπορική εικόνα των πρώτων του βημάτων γεννά ήδη σοβαρά ερωτήματα. Ο «Superman» κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου 619 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα μεν, αλλά όχι αρκετό για να χαρακτηριστεί θρίαμβος αν αναλογιστεί κανείς το τεράστιο κόστος παραγωγής και προώθησης (225 εκατομμύρια δολάρια). Ακόμη πιο δύσκολη είναι η περίπτωση του «Supergirl», το οποίο με προϋπολογισμό περίπου 170 εκατομμυρίων δολαρίων περιορίστηκε λίγο πάνω από τα 120 εκατομμύρια παγκοσμίως, κυκλοφορώντας μάλιστα σε digital μορφή μόλις τέσσερις εβδομάδες μετά την πρεμιέρα του στις αίθουσες - μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές απογοητεύσεις της χρονιάς.

Διαβάστε ακόμα: Η «Εμμονή» έγινε η πιο εμπορική ταινία με budget λιγότερο από 1 εκατομμύριο

supergirl

Εδώ ακριβώς αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η περίπτωση του «Clayface». Η νέα ταινία του Τζέιμς Γουότκινς δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον ανταγωνισμό ούτε να ακολουθήσει την ασφαλή υπερηρωική φόρμουλα. Επιλέγει συνειδητά να παρουσιαστεί ως ταινία τρόμου με χαρακτηρισμό R (ακατάλληλο για ανηλίκους), επενδύοντας στο body horror και στην ψυχολογική διάσταση του χαρακτήρα. Με προϋπολογισμό περίπου 40 εκατομμυρίων δολαρίων, το οικονομικό ρίσκο είναι ασύγκριτα μικρότερο από εκείνο των παραδοσιακών blockbusters της DC.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η Warner φαίνεται να έχει καταλάβει πως οι εποχές άλλαξαν. Αντί να παρουσιάσει ακόμη μία πανάκριβη ταινία γεμάτη ψηφιακά εφέ, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τη δυναμική που έχει αποκτήσει ο τρόμος τα τελευταία χρόνια. Το πρώτο τρέιλερ δείχνει μια αισθητική που παραπέμπει περισσότερο στον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και στο «Darkman» παρά σε οποιαδήποτε κλασική ταινία κόμικ. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του.

Φυσικά, τίποτα δεν εγγυάται ότι το «Clayface» θα εξελιχθεί αυτόματα σε επιτυχία. Η ιστορία του box office είναι γεμάτη από παραδείγματα ταινιών που έμοιαζαν να διαθέτουν όλα τα απαραίτητα συστατικά και τελικά απέτυχαν. Ωστόσο, η στρατηγική πίσω από την παραγωγή δείχνει πολύ πιο λογική από την παλιά νοοτροπία που θεωρούσε ότι κάθε υπερηρωική ταινία έπρεπε να κοστίζει διακόσια εκατομμύρια δολάρια. Ακόμη και μια εισπρακτική πορεία της τάξης των διακοσίων εκατομμυρίων θα αρκούσε για να χαρακτηριστεί μεγάλη επιτυχία, κάτι που δύσκολα μπορεί να ειπωθεί για τις περισσότερες σύγχρονες παραγωγές του είδους.

Η νέα ταινία του Τζέιμς Γουότκινς δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον ανταγωνισμό ούτε να ακολουθήσει την ασφαλή υπερηρωική φόρμουλα. Επιλέγει συνειδητά να παρουσιαστεί ως ταινία τρόμου με χαρακτηρισμό R, επενδύοντας στο body horror και στην ψυχολογική διάσταση του χαρακτήρα. Με προϋπολογισμό περίπου σαράντα εκατομμυρίων δολαρίων, το οικονομικό ρίσκο είναι ασύγκριτα μικρότερο από εκείνο των παραδοσιακών blockbusters της DC.»

clayface

Ισως, λοιπόν, η πραγματική σωτηρία του νέου κινηματογραφικού σύμπαντος της DC να μην έρθει από τους πιο διάσημους ήρωές του, αλλά από την απόφαση να εγκαταλείψει για λίγο τις ασφαλείς συνταγές και να εμπιστευτεί δημιουργούς με προσωπική ματιά. Αν το «Clayface» καταφέρει να επαναλάβει, έστω και σε μικρότερο βαθμό, το εμπορικό θαύμα του «Backrooms» ή της «Εμμονής», τότε δεν θα πρόκειται απλώς για μία επιτυχημένη ταινία. Θα αποτελέσει την απόδειξη ότι η DC μπορεί να επιβιώσει όχι επειδή ξοδεύει περισσότερα χρήματα από όλους τους υπόλοιπους, αλλά επειδή αρχίζει επιτέλους να παίρνει πιο έξυπνες δημιουργικές αποφάσεις.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή τη νέα πραγματικότητα είναι ότι η επιτυχία δεν μετριέται πλέον αποκλειστικά με το μέγεθος του προϋπολογισμού, αλλά με τη δύναμη της ιδέας. Ο κινηματογραφικός τρόμος απέδειξε τα τελευταία χρόνια ότι μπορεί να μετατρέψει μικρές παραγωγές σε παγκόσμια φαινόμενα, την ώρα που πανάκριβα franchise δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το «Clayface» δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία προσθήκη στο νέο κινηματογραφικό σύμπαν της DC. Αντιπροσωπεύει μια διαφορετική φιλοσοφία, μια στροφή προς πιο τολμηρές ιστορίες, πιο ελεγχόμενα budget και δημιουργικές επιλογές που βάζουν το όραμα πάνω από το θέαμα. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία της DC Studios (και γιατί όχι και της Marvel που αυτή τη στιγμή ζει για το box office του νέου Spider-Man και τoυ Doomsday των Εκδικητών) για να αποδείξει ότι το μέλλον των υπερηρωικών ταινιών δεν βρίσκεται στην υπερβολή, αλλά στην τόλμη να εξελιχθούν.