Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της «Supergirl» το 1984, σε σκηνοθεσία του Τζανότ Σβαρκ, παραμένει μια παράξενη υποσημείωση στην ιστορία των υπερηρωικών ταινιών. Μια παραγωγή που γεννήθηκε από την επιτυχία του Superman του Κρίστοφερ Ριβ, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να σταθεί πραγματικά στα πόδια της, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην παιδική αφέλεια και την αδυναμία να δικαιολογήσει την ύπαρξή της πέρα από τη συγγένεια με τον διασημότερο ήρωα της DC.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η Κάρα Τζορ Ελ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη κουβαλώντας το ίδιο βάρος στους ώμους της. Οσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, η σκιά του Superman εξακολουθεί να απλώνεται πάνω από κάθε νέα εκδοχή της, σαν μια διαρκής υπενθύμιση ότι πρέπει να αποδείξει πως δεν αποτελεί απλώς μια γυναικεία παραλλαγή ενός ήδη αγαπημένου συμβόλου.

Βέβαια, το «Supergirl» του Κρεγκ Γκιλέσπι δείχνει από νωρίς ότι θέλει να απομακρυνθεί από αυτή τη σύγκριση.

Βασισμένο στο ιδιαίτερα αγαπητό κόμικ «Woman of Tomorrow», επιχειρεί να αφηγηθεί μια ιστορία ενηλικίωσης, απώλειας και εκδίκησης μέσα από ένα διαστημικό ταξίδι που θυμίζει περισσότερο γουέστερν παρά κλασική περιπέτεια υπερηρώων. Παρ' όλα αυτά, η ταινία μοιάζει να φοβάται διαρκώς να ακολουθήσει τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες της μέχρι το τέλος, επιλέγοντας έναν πολύ πιο ασφαλή δρόμο από αυτόν που προμήνυε το υλικό πάνω στο οποίο βασίζεται.

Οταν ένας απροσδόκητος και αδίστακτος εχθρός χτυπά πολύ κοντά στο σπίτι της, η Κάρα Τζορ-Ελ, γνωστή ως Supergirl, ξεκινά ένα επικίνδυνο ταξίδι στα πέρατα του διαστήματος αναζητώντας δικαιοσύνη. Στο πλευρό της βρίσκεται ένας απρόσμενος σύμμαχος, με τον οποίο θα αναγκαστεί να συνεργαστεί παρά τις διαφορές τους. Καθώς η αποστολή τους εξελίσσεται, η Supergirl θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέες απειλές, δύσκολες αποφάσεις και δοκιμασίες που θα αμφισβητήσουν τις δυνάμεις και τις πεποιθήσεις της.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της παραγωγής είναι αναμφίβολα η Μίλι Αλκοκ. Η νεαρή ηθοποιός κατορθώνει να δώσει υπόσταση σε μια ηρωίδα που κουβαλά τραύματα, ενοχές και μια βαθιά αίσθηση αποξένωσης. Η Κάρα της δεν είναι η φωτεινή και αλάνθαστη προστάτιδα της Γης, αλλά μια γυναίκα που έχει χάσει τον κόσμο της κυριολεκτικά και μεταφορικά, προσπαθώντας να βρει κάποιο νόημα σε μια ζωή που μοιάζει να έχει παγώσει μετά την καταστροφή του Κρύπτον.

Η πρώτη φορά που τη συναντάμε να γιορτάζει τα γενέθλιά της σε έναν πλανήτη με κόκκινο ήλιο, ώστε να μπορέσει να μεθύσει και να ξεφύγει έστω προσωρινά από τις υπεράνθρωπες δυνατότητές της, είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα σκηνή της ταινίας. Εκεί η Αλκοκ καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ειρωνεία, την ευαλωτότητα και την καταπιεσμένη οργή, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που αξίζει πολύ περισσότερο από το φιλμ που τον φιλοξενεί.

Ο Κρεγκ Γκιλέσπι δείχνει διάθεση να πειραματιστεί αισθητικά, όμως η σκηνοθεσία του παραμένει σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη σε γνώριμες φόρμες. Σε αρκετές στιγμές η ταινία θυμίζει μια πιο μελαγχολική εκδοχή των «Guardians of the Galaxy», με πολύχρωμους εξωγήινους κόσμους, χιουμοριστικές παρεμβάσεις και μια αίσθηση περιπλάνησης που δεν οδηγεί πάντοτε κάπου ουσιαστικό. Η διαφορά είναι ότι εδώ απουσιάζει η ενεργητικότητα και η αβίαστη γοητεία που χαρακτήριζαν τις ταινίες του Τζέιμς Γκαν.

Το σενάριο ακολουθεί μια προβλέψιμη διαδρομή, αδυνατώντας να αναπτύξει ουσιαστικά τις θεματικές που εισάγει. Η σχέση της Κάρα με τη νεαρή Ρούθιε διαθέτει προοπτικές, καθώς η μία βλέπει στην άλλη μια αντανάκλαση του πόνου που κουβαλά, όμως η ταινία προτιμά να επιστρέφει συνεχώς στην αναζήτηση του Κρεμ, ενός ανταγωνιστή που παρά την απειλητική εμφάνισή του παραμένει μονοδιάστατος και δραματουργικά αδύναμος.

Η δράση, αν και καλοφτιαγμένη σε τεχνικό επίπεδο, σπάνια προκαλεί πραγματική ένταση. Οι μάχες είναι γεμάτες ψηφιακά εφέ και γρήγορο μοντάζ, και αρκετό green screen χωρίς όμως να αποκτούν συναισθηματικό βάρος. Ακόμη και η αναμέτρηση της Κάρα με τον Κρεμ καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με υποχρεωτική κορύφωση ενός σύγχρονου blockbuster παρά με την αναπόφευκτη σύγκρουση δύο χαρακτήρων που έχουν διαμορφωθεί μέσα από την αφήγηση. Μόνο όταν η Supergirl προσπαθεί να αποτρέψει τη Ρούθιε από το να παραδοθεί στην εκδίκηση, η ταινία θυμάται για λίγο τι ήταν αυτό που την έκανε αρχικά ξεχωριστή.

Ισως το μεγαλύτερο πρόβλημα του «Supergirl» να είναι ότι δεν αποτυγχάνει επειδή επιχειρεί κάτι υπερβολικά φιλόδοξο, αλλά επειδή αρκείται στο να είναι απλώς επαρκές. Διαθέτει μια πρωταγωνίστρια με παρουσία, μια ιστορία με συναισθηματικό υπόβαθρο και έναν κόσμο που θα μπορούσε να οδηγήσει τη DC σε πιο ενδιαφέρουσες κατευθύνσεις. Αντί γι' αυτό, επιλέγει την ασφάλεια, ακολουθεί τις συμβάσεις του είδους και αφήνει την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας.

Το αίσθημα που μένει στο τέλος δεν είναι τόσο εκείνο της αποτυχίας, όσο της χαμένης προοπτικής, καθώς πίσω από τις αδυναμίες της διακρίνεται συνεχώς μια πολύ πιο τολμηρή και ενδιαφέρουσα ταινία που δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να υπάρξει. Κάτι σαν τη μεθυσμένη Κάρα...