Η ταινία του Μάικ Νίμπρο ανοίγει με ένα Instagram Live, στο οποίο μια νεαρή κοπέλα βάζει τέλος στη ζωή της μπροστά στην κάμερα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γίνει viral. Μια σοκαριστική εισαγωγή που θέτει εξαρχής στο επίκεντρο την κουλτούρα της διαδικτυακής προβολής, όπου ακόμη και η ανθρώπινη αυτοκαταστροφή μπορεί να μετατραπεί σε θέαμα και μέσο διεκδίκησης της προσοχής.

Στη συνέχεια συστήνει στο κοινό την Κιάρα Κινγκ, την οποία υποδύεται η ομώνυμη πραγματική influencer, καθώς ταξιδεύει στην Κοπεγχάγη για ένα επαγγελματικό ταξίδι με διαδοχικές συνεργασίες με brands και την υποχρέωση να μετατρέψει κάθε στιγμή της παραμονής της σε περιεχόμενο. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέρα με τη μέρα, με τον αριθμό των ακολούθων της να καταγράφει την ανοδική πορεία της δημοφιλίας της, σε έναν κόσμο όπου η επιτυχία μετριέται πρωτίστως σε views και likes.

Η φαινομενικά ειδυλλιακή επαγγελματική αποστολή διακόπτεται όταν η Κιάρα αρχίζει να λαμβάνει απειλητικά μηνύματα από έναν άγνωστο λογαριασμό, ο οποίος την παρακολουθεί και της στέλνει φωτογραφίες από τις μετακινήσεις της. Οι απειλές κλιμακώνονται, η αίσθηση ασφάλειάς της καταρρέει και η καθημερινότητά της μετατρέπεται σε μια διαρκή αναμέτρηση με έναν διώκτη που μοιάζει να βρίσκεται παντού.

Παρά τον κίνδυνο, δεν εγκαταλείπει την αποστολή της καθώς το ταξίδι αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για την καριέρα της, ενώ η αυξανόμενη δημοσιότητα που συνοδεύει τον φόβο της καθιστά όλο και δυσκολότερη την αποχώρησή της.

Σε αυτό το σημείο, η ταινία βρίσκει έναν ενδιαφέρον μηχανισμό, καθώς όσο επιδεινώνεται η ψυχική κατάσταση της πρωταγωνίστριας, τόσο αυξάνεται η απήχησή της. Η διαδικτυακή παρενόχληση γίνεται θέαμα, το κοινό συμμετέχει ενεργά στην εξέλιξη της ιστορίας και κάθε νέα απειλή προσφέρει ακόμη έναν λόγο για να παραμείνουν οι θεατές συνδεδεμένοι. Οταν ο λογαριασμός του stalker καταργείται έπειτα από μαζικές αναφορές, η Κιάρα κερδίζει εκατοντάδες χιλιάδες νέους ακολούθους. Η επιτυχία της μοιάζει να εξαρτάται όλο και περισσότερο από την ίδια την απειλή που υποτίθεται ότι θέλει να ξεπεράσει.

Η ταινία διαθέτει ρυθμό και καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον μέσα από μια σειρά από ανατροπές, παρακολουθήσεις και αιφνίδιες επιθέσεις. Η χρήση των livestreams, των αναρτήσεων και των καμερών ασφαλείας δημιουργεί ένα περιβάλλον διαρκούς ψηφιακής επιτήρησης. Η εναλλαγή ανάμεσα στην εικόνα που καταναλώνει το κοινό και σε όσα συμβαίνουν πίσω από αυτήν θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά την αγωνία, συχνά, όμως, λειτουργεί αντίστροφα καθώς οι επεξηγηματικές καρτέλες, οι διακοπές της δράσης για χάρη της ντοκιμαντερίστικης φόρμας και η συνεχής επιστροφή στην οθόνη του κινητού εμποδίζουν την πλήρη βύθιση στην ιστορία. Ακόμη και όταν η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο, η ταινία δυσκολεύεται να μετατρέψει τις εξελίξεις της σε πραγματικά καθηλωτικό θρίλερ.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο, βρίσκεται στην αδυναμία της να αξιοποιήσει το ίδιο το θέμα της. Η κουλτούρα των influencers, οι παρακοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν με τους ακολούθους τους και η μετατροπή της προσωπικής ζωής σε εμπορεύσιμο περιεχόμενο προσφέρουν άφθονο υλικό για μια ουσιαστική κριτική.

Η ταινία όμως, προτιμά να τα χρησιμοποιήσει ως αφορμή για διαδοχικές ανατροπές, χωρίς να εξετάζει σε βάθος τις αντιφάσεις τους. Η Κιάρα δεν αποκτά ποτέ την ψυχολογική πολυπλοκότητα που θα χρειαζόταν για να κατανοήσουμε τι ακριβώς την κρατά εγκλωβισμένη σε αυτόν τον μηχανισμό, πέρα από τη φιλοδοξία της να φτάσει τα δέκα εκατομμύρια ακολούθους.

Το «The Influencer Project» έχει μια ενδιαφέρουσα αφετηρία και ορισμένες ανατροπές που κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον, αλλά τελικά συγχέει την κοινωνική παρατήρηση με την απλή παράθεση επίκαιρων θεμάτων.»

Ακόμη και όταν η ιστορία αποκαλύπτει πως η απειλή συνδέεται με μια κατασκευασμένη συνωμοσία με σκοπό να βοηθήσει την ανέλιξή της, η ταινία δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες της ανατροπής αυτής. Η αποκάλυψη ότι ο αρχικός διώκτης είχε προσληφθεί από τη μάνατζέρ της, η οποία γνώριζε πως ο φόβος αυξάνει την απήχησή της, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας αιχμηρής καταγγελίας για την εκμετάλλευση της δυστυχίας προς όφελος της δημοσιότητας. Αντί γι' αυτό, η αφήγηση βιάζεται να περάσει στην επόμενη κλιμάκωση, μέχρι τη βίαιη τελική αναμέτρηση με έναν πραγματικό δολοφόνο.

Η τελική αποκάλυψη που έρχεται λίγο αργότερα, παρουσιάζει την Κιάρα ως στόχο μιας εκδικητικής τιμωρίας για την επιρροή της στους νεότερους, επιχειρεί να δώσει στην ιστορία ένα ηθικό βάρος. Ωστόσο, η ταινία δεν έχει αναπτύξει επαρκώς αυτά τα ερωτήματα ώστε η σύγκρουση να αποκτήσει ουσιαστική δύναμη. Η ηθική διάσταση μοιάζει περισσότερο με πρόσχημα για τη βίαιη κορύφωση παρά με οργανικό αποτέλεσμα όσων έχουν προηγηθεί.

Και ενώ η πρωταγωνίστρια παλεύει για τη ζωή της, το κοινό εξακολουθεί να παρακολουθεί. Οταν η περιπέτεια αυτή τελειώνει, οι ακόλουθοί της έχουν εκτοξευθεί στα δέκα εκατομμύρια. Το τελευταίο αυτό σχόλιο, μαζί με τη σκηνή μετά τους τίτλους τέλους που υπονοεί τη δημιουργία ενός νέου στρατού μιμητών του μίσους, συνοψίζει την πρόθεση της ταινίας: σε έναν κόσμο όπου τα πάντα μπορούν να γίνουν περιεχόμενο, ακόμη και ο τρόμος μετατρέπεται σε ευκαιρία για μεγαλύτερη απήχηση.

Το πρόβλημα είναι πως η ταινία ανακυκλώνει μια ιδέα που, παρά τις δυνατότητές της, δεν καταφέρνει να πάει πέρα από τις πιο προφανείς διαπιστώσεις της. Ισως άλλωστε έρχεται σε μια εποχή όπου η επίδειξη πλούτου και η εμμονή με τους αριθμούς των ακολούθων έχουν πάψει να αποτελούν από μόνες τους αποκαλυπτικά σχόλια για τον ψηφιακό κόσμο, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μέρος του ενήλικου κοινού. Αυτό δεν σημαίνει πως η κουλτούρα των influencers έχει εξαντλήσει το ενδιαφέρον της ως πεδίο κριτικής, αλλά πως η ουσιαστική προσέγγισή της απαιτεί κάτι περισσότερο από την αναπαραγωγή των γνώριμων κλισέ της.

Το «The Influencer Project» έχει μια ενδιαφέρουσα αφετηρία και ορισμένες ανατροπές που κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον, αλλά τελικά συγχέει την κοινωνική παρατήρηση με την απλή παράθεση επίκαιρων θεμάτων. Αντί να εμβαθύνει στην ψηφιακή εξάρτηση, στην ευθύνη απέναντι στο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση του φόβου, αρκείται σε ένα θρίλερ που φωνάζει διαρκώς το μήνυμά του χωρίς να βρίσκει κάτι ουσιαστικότερο να πει. Στο τέλος, η πιο απογοητευτική διαπίστωση δεν είναι ότι τα social media μπορούν να μετατρέψουν την ανθρώπινη δυστυχία σε θέαμα, αλλά ότι μια ταινία με τόσο πρόσφορο υλικό καταλήγει να αναπαράγει την ίδια επιφανειακότητα που υποτίθεται ότι θέλει να καταγγείλει.