Ο «Μπαλωματούλης», το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Στιβ Χάντσον στο animation, αντλεί από τη γοτθική παράδοση και τον μύθο του Φρανκενστάιν για να αφηγηθεί μια τρυφερή ιστορία γύρω από την αποδοχή, τη μοναξιά και την ανάγκη να βρεις τη δική σου οικογένεια.

Ο Μπαλωματούλης είναι το πρώτο δημιούργημα ενός εκκεντρικού επιστήμονα, ο οποίος, μόλις ολοκληρώνει την κατασκευή του, τον αφήνει στην άκρη για να αφοσιωθεί στις επόμενες, πιο φιλόδοξες εφευρέσεις του.

Φτιαγμένος από περισσεύματα και ραφές, ο μικρός ήρωας παραμένει στο κάστρο, φροντίζοντας τα τέρατα που δημιουργεί ο επιστήμονας και προστατεύοντάς τα από τους κατοίκους της γειτονικής πόλης, οι οποίοι φοβούνται καθετί διαφορετικό. Οταν, όμως, ένα περιπλανώμενο τσίρκο τεράτων φτάνει στην περιοχή, ο Μπαλωματούλης θα βρεθεί μπροστά στην ευκαιρία να ξεφύγει από τη σκιά και να γνωρίσει έναν κόσμο που μοιάζει έτοιμος να τον αγαπήσει.

Με μια αισθητική που θυμίζει τα πιο παιχνιδιάρικα γοτθικά παραμύθια του Τιμ Μπάρτον, η ταινία χτίζει έναν κόσμο γεμάτο ραφές, παράξενα πλάσματα και σκοτεινά σκηνικά που κρύβουν περισσότερη γλύκα απ’ όση προδίδει η πρώτη τους όψη.

Ο σχεδιασμός των χαρακτήρων έχει φαντασία, ενώ το χιούμορ προκύπτει συχνά από την αντίθεση ανάμεσα στην τρομακτική εμφάνιση των τεράτων και την ευαισθησία τους. Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται, άλλωστε, μια απλή αλλά αποτελεσματική ιδέα: εκείνοι που μοιάζουν περισσότερο απειλητικοί είναι συχνά οι πρώτοι που γνωρίζουν τι σημαίνει να σε φοβούνται χωρίς να σε έχουν πραγματικά γνωρίσει.

Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του «Μπαλωματούλη» βρίσκεται στη σχέση του με τον επιστήμονα. Παρά την εγκατάλειψη, ο μικρός ήρωας εξακολουθεί να αναζητά την προσοχή του δημιουργού του, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα αναγνωρίσει την αξία του και θα του δείξει την αγάπη που δεν έλαβε ποτέ.

Η φιλία του με το νεότερο δημιούργημα, το Πλάσμα, δίνει στην ιστορία τον πιο τρυφερό της τόνο, καθώς τα δύο πλάσματα αναζητούν το καθένα τη θέση του σε μια οικογένεια που δεν ξέρει πάντα πώς να εκφράσει όσα αισθάνεται. Παράλληλα, η ταινία μιλά για τις οικογένειες που επιλέγουμε και για τους δεσμούς που δημιουργούνται ανάμεσα σε όσους έχουν βιώσει την απόρριψη.

Μια γλυκιά κινηματογραφική περιπέτεια για όλη την οικογένεια, που μπορεί να μην ξεφεύγει από τις συμβάσεις του είδους, αλλά θυμίζει πως το να σε αποδέχονται έχει μικρότερη σημασία από το να σε βλέπουν πραγματικά. Η άφιξη του ιδιοκτήτη του τσίρκου αλλάζει, ωστόσο, τις ισορροπίες. Υποσχόμενος στον Μπαλωματούλη τη φήμη και τη λατρεία του κοινού, τον πείθει να εγκαταλείψει το κάστρο και να γίνει το αστέρι του θεάματός του.

Απο το σημείο αυτό και μετά η πλοκή αποκτά τότε μια επιπλέον διάσταση, σχολιάζοντας την ανάγκη για αναγνώριση και το τίμημα της δημοσιότητας καθώς ο ήρωας ανακαλύπτει πως η αποδοχή που προσφέρει το κοινό μπορεί να είναι εξίσου επιφανειακή με την απόρριψη που γνώρισε μέχρι τότε: όσο περισσότερο εντυπωσιάζει και τρομάζει τους θεατές, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να χάσει τον εαυτό του. Η προσοχή μετατρέπεται σε ένα νέο είδος φυλακής, με διαφορετικό περιτύλιγμα από εκείνο του κάστρου.

Εδώ, όμως, η ταινία αρχίζει να χάνει μέρος από την αρχική της φρεσκάδα. Ενώ το πρώτο μέρος συνδυάζει με επιτυχία το αλλόκοτο χιούμορ με τη μελαγχολία του ήρωα, η συνέχεια ακολουθεί μια πιο γνώριμη διαδρομή γύρω από τη φήμη, την εκμετάλλευση και την ευκολία με την οποία ένα πλήθος μπορεί να μετατρέψει τον θαυμασμό σε οργή. Οι ιδέες παραμένουν κατανοητές και ταιριαστές για ένα οικογενειακό παραμύθι, αλλά η εξέλιξή τους γίνεται περισσότερο προβλέψιμη όσο η αφήγηση χάνει σταδιακά λίγη από την ιδιότυπη γοητεία της.

Παρά αυτές τις μικρές αδυναμίες, ο «Μπαλωματούλης» διατηρεί τη ζεστασιά και την οπτική φαντασία του μέχρι το τέλος. Δεν ανατρέπει τους γνώριμους κανόνες των ιστοριών για τα τέρατα που παρεξηγούνται από τον κόσμο, αλλά τους αξιοποιεί με ευαισθησία, χιούμορ και μια ευπρόσδεκτη δόση γοτθικής παραξενιάς. Μια γλυκιά κινηματογραφική περιπέτεια για όλη την οικογένεια, που μπορεί να μην ξεφεύγει από τις συμβάσεις του είδους, αλλά θυμίζει πως το να σε αποδέχονται έχει μικρότερη σημασία από το να σε βλέπουν πραγματικά.