Τι θα διαπραγματεύονταν αν συναντιόντουσαν σε έναν κοινό τόπο και χρόνο, ο Φάουστ με την Πάπισσα Ιωάννα; Μύθοι διαφορετικών αιώνων κι έργων, αλλά ήρωες που μοιράζονται κοινά υπαρξιακά κίνητρα. Αλλωστε, στην παγκόσμια γραμματεία, η Πάπισσα Ιωάννα έχει αναλυθεί συχνά ως ένας θηλυκός Φάουστ. Η συνάντησή τους θα αποτελούσε την απόλυτη συμβολική συνομιλία για τα όρια της ανθρώπινης φύσης, της εξουσίας και της γνώσης.
Στο δεύτερο μέρος του έργου του Γκαίτε, ο Φάουστ ταξιδεύει στον χρόνο και τους μύθους για να βρει και να ερωτευτεί την Ωραία Ελένη, σύμβολο της απόλυτης κλασικής ομορφιάς, στη Σπάρτη. Στο «Pope Joan vs Mephisto», ο Φάουστ ταξιδεύει στο χρόνο και τους μύθους, για να βρει και να ερωτευτεί την νεαρή Ιωάννα, σύμβολο του πνεύματος και του στοχασμού, στην Ηπειρο. Παράλληλα στοιχειώνεται όχι τόσο από τον πειρασμό, όσο από την αμφισβήτηση και τον κυνισμό της Μεφίστο. Δυο φιγούρες που ίσως να μην είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα, αλλά οι δύο αντίθετες πλευρές της γυναικείας φύσης που διεκδικούν την ψυχή του Φάουστ;
Ο Κώστας Μαζάνης («Blessing in Disguise») γράφει και σκηνοθετεί τη σύγκρουση της Πάπισσας με το Διάβαλο, ως αρχετυπικά σύμβολα που προκαλούν τα όρια, τις επιθυμίες, τους φόβους, την υπαρξιακή και την καρμική διάσταση του Φάουστ. Θα τολμήσει να ακολουθήσει τον έρωτα του - αποδεχόμενος ότι οι θεωρίες, οι ηθικοί κανόνες και οι θρησκευτικές αλήθειες δεν αρκούν για να δώσουν νόημα στη ζωή; Ή θα μπει στη μαύρη κούρσα της Μεφίστο;
Η ιδέα έχει ενδιαφέρον. Η κινηματογραφική εκτέλεση της όμως καθόλου. Τοποθετημένη στο μαγευτικό δασικό τοπίο της ορεινής Ηπείρου, ένα μεταμοντέρνο υπερφυσικό φολκλόρ που θα εξέταζε τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης θα μπορούσε να είναι γοητευτικό.
Ομως ο Μαζάνης επιλέγει να σκηνοθετεί τους ηθοποιούς του μουδιασμένους σε μία θεατράλε ακινησία, να απαγγέλουν (φανερά αμήχανα) στομφώδεις μεγαλοστομίες - αδιαφορώντας για την αποξένωση του θεατή, που δεν μπορεί ούτε να παρακολουθήσει, ούτε να συνδεθεί με ψευδοεμβριθείς αμπελοφιλοσοφίες.
Παράλληλα, ο DP Παναγιώτης Τσαμητρόπουλος κρατά την κάμερα μαγικά στη φύση, αλλά φωτίζει ψεύτικα πρόσωπα και σώματα, ενώ μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο τα επιβλητικά μοιρολόγια του Δημήτρη Σταύρου μονοτονούν.

