Δημοσιογράφος και, πλέον, πολιτικός μετά από δυο θητείες στο Ευρωκοινοβούλιο, ο Στέλιος Κουλογλου συνεχίζει παράλληλα και τα ντοκιμαντέρ του, («Oligarchy», «142 Χρόνια»), που πάντα έχουν μια κοινωνικοπολιτική οπτική. Αυτή τη φορά, ωστόσο, το ντοκιμαντέρ του αγγίζει περισσότερο, και καλύτερα, μια ανοιχτή, αισιόδοξη κοσμοθεωρία μέσα σ' έναν πολύ σκοτεινό κόσμο.

Πόσο μεγάλο πλεονέκτημα για ένα ντοκιμαντέρ (και σημαντική επιλογή για τον σκηνοθέτη του, φυσικά), ένας ήρωας με μοναδική ιστορία και προσηνή χαρίσματα. Ο Σιμόν Γκρονοφσκί είναι η καρδιά, το μυαλό και η μουσική αυτής της ταινίας.

Εδώ το σημαντικότερο δεν είναι η μοίρα του αγοριού, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τη μεταχειρίστηκε, αξιοποίησε, για να κυριεύσει τη ζωή και να τρολάρει το πεπρωμένο του.»

Οταν ήταν 11 ετών, ο μικρός Σιμόν Γκρονοφσκί είδε τη μητέρα του να τον σπρώχνει, με τρυφερότητα και οδύνη, έξω από ένα ναζιστικό τρένο με προορισμό το Αουσβιτς. Ογδόντα χρόνια μετά, συνταξιούχος δικηγόρος, παίζει τζαζ πιάνο, μιλά σε σχολεία για την ιστορία του και την Ιστορία της ανθρωπότητας και μοιράζεται την αδελφική φιλία του με τον γιο ενός ναζί.

Ο χαμογελαστός, κυρτός Σιμόν είναι μια παρουσία εθιστική στην οθόνη, ένας ήρωας που ξεκινά με μια ανατροπή - τη διαφυγή του από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και έχασε την οικογένειά του - και συνεχίζει με πολλές ακόμα. Εδώ το σημαντικότερο δεν είναι η μοίρα του αγοριού, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τη μεταχειρίστηκε, αξιοποίησε, για να κυριεύσει τη ζωή και να τρολάρει το πεπρωμένο του.

Φυσικά μέσα από την ιστορία του αξιολάτρευτου Σιμόν προκύπτει λόγος αντιπολεμικός, αντιρατσιστικός, ανθρωπιστικός. Μια ιστορία αντίξοης αγάπης και αμοιβαιότητας υπέρ πάντων. Κι ο Κούλογλου δεν κάνει κάτι ιδιαίτερο για να την αναπτύξει, πέρα από το να στήνει την κάμερά του μπροστά σ' έναν μονδικό τύπο που έχει πολλά ν' αφηγηθεί και το κάνει με πληθωρικό τρόπο και μεγάλη αγάπη για τη ζωή.