Το ελληνικό κοινό είναι ταλαιπωρημένο από τις σύγχρονες κινηματογραφικές κωμωδίες. Συνηθισμένο σε χοντροκομένο χιούμορ, παλιομοδίτικες ιστορίες, μια δόση ρατσισμού, δυο δόσεις σεξισμού, ερμηνείες που συναγωνίζονται η μια την άλλη σε τσιρίδα και ύφος επιθεώρησης. Η «Βαλίτσα» έρχεται ν' ανατρέψει αυτό το σερί με παραπάνω από έναν τρόπο. Τουλάχιστον με δύο.

Διαβάστε τη συνέντευξη: Η Τόνια Σωτηροπούλου είναι funny girl

Κεντρικές ηρωίδες είναι τρεις φίλες - κι άλλη μία. Η Μαρίνα (Λίλα Μπακλέση) θέλει να γίνει ηθοποιός (αλλά προς το παρόν αρκείται σε βιντεάκια στα social), η Αλίκη (Αναστασία Παντούση), θέλει να γίνει τραγουδοποιός (αλλά προς το παρόν κάνει live με εύκολες διασκευές) και η Βάσω (Βάσω Καβαλιεράτου), θα ήθελε να ζήσει μια περιπετειώδη ζωή, αλλά αρκείται στο να είναι καλή, σωστή και τυπική λογίστρια. Οι τρεις τους θα πάνε σ' ένα φιλανθρωπικό γκαλά, μαζί με τη Στέλλα (Ναταλία Τσαλίκη), την λίγο μεγαλύτερη, λίγο ωριμότερη του καρέ. Εκεί, όμως, τα κορίτσια θα συναντήσουν κάτι απρόσμενο στην τουαλέτα: μια βαλίτσα γεμάτη λεφτά, δίπλα σ' ένα πτώμα. Θα την παραδώσουν στην αστυνομία; Θα την κρατήσουν; Στο κατόπι τους θα βρεθούν όλων των ειδών οι απατεώνες και κακοποιοί, από την Ιριδα (Τόνια Σωτηροπούλου) που παρανομεί, αλλά απρόθυμα και τον φιλάργυρο σύντροφό της, τον Γιώργο (Δημήτρης Μοθωναίος), μέχρι τον Σπύρο (Αποστόλης Τότσικας), ικανό για απάτες μεγάλου βεληνεκούς.

Οι διάλογοι είναι φυσικοί, καθημερινοί, σύγχρονοι, απευθυνόμενοι σ' ένα κοινό που δεν αναζητά τον Σεφερλή αλλά μια απλή, τρυφερή ταύτιση με την οθόνη.»

Σκηνοθετεί, στην πρώτη μεγάλου μήκους του, ο Δημήτρης Παπαθανάσης, του οποίου το «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» είχαμε αγαπήσει ιδιαίτερα, εδώ πιο διεκπεραιωτικά αλλά με κέφι. Οι ερμηνείες είναι άνισες, με εγγύηση όμως τη Ναταλία Τσαλίκη που κλέβει τις σκηνές της και τον Μοθωναίο με διασκεδαστικό καμουφλάζ. Η μουσική του Κωστή Μαραβέγια συντροφεύει τις περιπέτειες της παρέας χαριτωμένα (μια στιγμή και συγκινητικά) και το σκηνογραφικό/ενδυματολογικό απέχει αρκετά από την παλιά τηλεοπτική αισθητική.

Κατά τα άλλα η ταινία ακολουθεί και συνταγές και κλισέ (όπως δεν έκανε η «Θηλυκή Εταιρεία» του Νίκου Περάκη, επίσης γραμμένη από την Κατερίνα Μπέη), με δυο, όμως, πλεονεκτήματα (για ελληνική εμπορική κωμωδία). Από τη μια πλευρά, είναι μια κοριτσοταινία, τόσο γιατί οι γυναίκες ηρωίδες πρωταγωνιστούν και κινούν τα νήματα, όσο και γιατί το γυναικείο χιούμορ κι αυτή η άτιμη η αλληλεγγύη φιγουράρουν κάθε λεπτό. Κι από την άλλη γιατί οι διάλογοι είναι φυσικοί, καθημερινοί, σύγχρονοι, απευθυνόμενοι σ' ένα κοινό που δεν αναζητά τον Σεφερλή αλλά μια απλή, τρυφερή ταύτιση με την οθόνη. Κι αυτό, ως αποσκευή μιας mainstream ελληνικής κωμωδίας, είναι ένα καλό βήμα.