Τρεις άντρες συναντιούνται σε μια ειδική πτήση που μεταφέρει βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πίσω στην μικρή τους επαρχιακή πόλη.

O λοχαγός Φρεντ Ντέρι, βομβαρδιστής της Αεροπορίας Στρατού των ΗΠΑ, επιστρέφει για να συναντήσει τους γονείς του, που ζουν στην πιο φτωχή συνοικία του Μπουν και να ξεκινήσει τη ζωή του με την γυναίκα που παντρεύτηκε ένα μήνα πριν φύγει για τον πόλεμο. Ελπίζει πως θα μπορέσει να βρει μια καλύτερη δουλειά από το να πουλάει αναψυκτικά σε ένα εμπορικό κέντρο.

Ο λοχίας Αλ Στίβενσον επιστρέφει στην τακτοποιημένη του ζωή, σε ένα πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης όπου ζει με τη σύζυγο και τα δυο του παιδιά, ελπίζοντας πως θα ξαναβρεί τη δουλειά του ως τραπεζικός υπάλληλος και τη ζωή του ως ευυπόληπτο μέλος της τοπικής κοινωνίας.

Ο υπαξιωματικός Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, Χόμερ Πάρις, επιστρέφει στους γονείς του και τη Βίλμα, το κορίτσι που μένει δίπλα στο σπίτι του. Της έχει υποσχεθεί πως με την επιστροφή του θα παντρευτούν για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.

Σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην αποστροφή για τον πόλεμο και το φόβο για την επιστροφή στην κανονική ζωή, οι τρεις άνδρες θα διστάσουν λίγο πριν φτάσουν στα σπίτια τους με ένα ταξί που τους ξεναγεί σε μια πόλη που δεν μοιάζει πια με αυτήν την που άφησαν πίσω.

Και θα έχουν δίκιο.

Ο Φρεντ θα βρει τους γονείς του σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από όταν τους άφησε και την Μαρί να έχει μετακομίσει στην πόλη και να εργάζεται σε νυχτερινά κέντρα, απολαμβάνοντας μια πολυτελή ζωή, προσφορά της καλοσύνης των άλλων. Κάθε προσπάθεια του να βρει μια δουλειά που να είναι καλύτερη από αυτήν που είχε θα πέσει στο κενό, καθώς η σχέση του με την Μαρί μοιάζει περισσότερο με έναν εφιάλτη, παρά με το όνειρο της συζυγικής ζωής που είχε ονειρευτεί.

Ο Αλ θα γυρίσει σε μια οικογένεια που δεν αναγνωρίζει. Τα παιδιά του έχουν μεγαλώσει και μοιάζουν αποξενωμένα από το μύθο του πατέρα-βετεράνου, ενώ η σύζυγος του προσπαθεί διαρκώς να τον καθησυχάσει, δίνοντας του χρόνο και χώρο για να εγκλιματιστεί στη νέα του ζωή. Η δουλειά στην τράπεζα θα του εξασφαλίσει την κανονικότητα, αλλά στις νέες του ευθύνες συμπεριλαμβάνεται να κόβει τα δάνεια που ζητάνε οι απελπισμένοι στρατιώτες που έχουν επιστρέψει από τον πόλεμο.

Ο Χόμερ επιστρέφει σε ένα ακόμη μεγαλύτερο ναρκοπέδιο από αυτό που του στοίχισε και τα δυο του χέρια. Με γάντζους αντί για δάχτυλα, προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς να δίνει σημασία στην αναπηρία του. Δεν το κάνουν όμως οι γύρω του, που είτε κοιτούν συνέχεια τα χέρια του για να τα συνηθίσουν ή αποστρέφουν το βλέμμα τους για να μην τα κοιτούν. Η Βίλμα θα σταθεί δίπλα του, επιμένοντας πως το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να μείνουν μαζί.

Με τον γνώριμο, πάντα λειτουργικό με το βλέμμα στραμμένο στους χαρακτήρες και τον περίγυρο τους, τρόπο ενός σκηνοθέτη που υπήρξε μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία του Χόλιγουντ, αν και όχι ο μεγάλος δημιουργός που προδίδουν τα εύσημα του (τρία Οσκαρ σκηνοθεσίας, τεράστιες εμπορικές επιτυχίες), ο Γουίλιαμ Γουάιλερ μοιάζει εδώ συγκινημένος και ο ίδιος από τις ιστορίες των τριών βετεράνων.»

Πρώτη ταινία που κοίταξε κατάματα το τραύμα της επιστροφής από τον πόλεμο και έβαλε στη συζήτηση θέματα όπως τη διαταραχή μετατραυματικού στρες και την κοινωνική αναλγησία απέναντι στην επανένταξη των βετεράνων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην κοινωνία, το φιλμ του Γουίλιαμ Γουάιλερ μοιάζει, αποκομμένο πλέον από την εποχή του, τον θρίαμβο των Όσκαρ και το χολιγουντιανό του περιτύλιγμα, όλο με μια μελαγχολική διαπίστωση για την αλήθεια και το ψέμα γύρω από το αμερικάνικο όνειρο.

Οι τρεις ιστορίες ξετυλίγονται για να αποκαλύψουν η κάθε μία τις σκοτεινές πτυχές μιας «επιστροφής» που βρίσκει τους τρεις ήρωες να μην ανήκουν πουθενά. Είναι ενδεικτικός και αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο Γουάιλερ τους εγκλωβίζει στο χώρο, περιορίζοντας τις κινήσεις τους ανάμεσα σε έπιπλα, αυτοκίνητα, αμήχανες ανθρώπινες κινήσεις, στενεύοντας τα περιθώρια να βρουν σύντομα το δικό τους χώρο μέσα σε έναν ξένο πλέον για αυτούς κόσμο. Δεν είναι μόνο ότι κανείς - ακόμα και από τους ανθρώπους που τους αγαπούν - δεν μπορεί να καταλάβει την ακριβή συναισθηματική και ψυχολογική τους κατάσταση, αλλά και το γεγονός πως όλοι θα τους προτιμούσαν «ήρωες» και όχι απλά εκτελεστές πολεμικών επιχειρήσεων. Και οι τρεις τους δεν έχουν να αφηγηθούν ιστορίες ηρωικές από τα χαρακώματα, παρά μόνο ατέλειωτες, βασανιστικές ώρες πάνω στο καθήκον. Η ζωή που άφησαν πίσω όμως μοιάζει τώρα πια πιο δική τους από αυτήν που βρίσκουν στο «σπίτι» τους, αποξενωμένοι από το υπόλοιπο σώμα της κοινωνίας.

Με τον γνώριμο, πάντα λειτουργικό με το βλέμμα στραμμένο στους χαρακτήρες και τον περίγυρο τους, τρόπο ενός σκηνοθέτη που υπήρξε μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία του Χόλιγουντ, αν και όχι ο μεγάλος δημιουργός που προδίδουν τα εύσημα του (τρία Οσκαρ σκηνοθεσίας, τεράστιες εμπορικές επιτυχίες), ο Γουίλιαμ Γουάιλερ μοιάζει εδώ συγκινημένος και ο ίδιος από τις ιστορίες των τριών βετεράνων. Τα πλάνα του - διάσημα κατά τον Αντρέ Μπαζέν για το βάθος πεδίου τους χωράνε μέσα όλην την έκταση του αμερικανικού ονείρου, ακριβώς τη στιγμή της μεγάλης «απογοήτευσης» με μια χώρα παραδομένη στον κυνισμό, το χρήμα και μια ελεύθερη πτώση προς την καταστροφή. Η προσπάθεια του Γουάιλερ να τους δικαιώσει πέφτει διαρκώς στο κενό, έχοντας επιλέξει σεναριακά από την αρχή, ωστόσο, πως στο φινάλε η πόρτα της ελπίδας θα ξανανοίξει και για τους τρεις.

Ιδιάζουσες περιπτώσεις και οι τρεις τους, βρίσκουν ενσάρκωση μεγάλων ερμηνειών στο πρόσωπο του Φρέντρικ Μαρτς (στο ρόλο του Αλ) ο οποίος κέρδισε και το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου τη χρονιά εκείνη (προσέξτε τη σκηνή του όταν ξυπνάει το πρωινό μετά από την πρώτη του νύχτα στα μπαρ της πόλης) και σε αυτό του Ντέινα Αντριους (ανοίγει και κλείνει την ταινία δίνοντας νόημα στον μέσο βετεράνο που αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα με απογοήτευση αλλά και περηφάνια). Ξεχωρίζει εκ των πραγμάτων ο πραγματικός βετεράνος Χάρολντ Ράσελ στον ρόλο του Χομερ, ο οποίος τιμήθηκε από την Ακαδημία με ειδικό Όσκαρ για τον τρόπο με τον οποίο έδωσε ελπίδα στους βετεράνους του πολέμου, για να κερδίσει τελικά, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις ως μη επαγγελματίας ηθοποιός, και το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και να γίνει ο πρώτος και τελευταίος που έχει κερδίσει δύο Οσκαρ για τον ίδιο ρόλο.

Η σκηνή του καθώς προσπαθεί να εξασκηθεί στην σκοποβολή με τα παιδιά να τον κοιτάζουν έξω από το παράθυρο, την έκρηξη του θυμού του και τα δυο του χέρια με τους γάντζους να σπάνε τα παράθυρα είναι ίσως η πιο τρομακτική σκηνή μιας ταινίας που φλερτάρει διαρκώς με το θρίλερ, αν και νιώθει - ορθά - την ανάγκη να παραμείνει διαρκώς στη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων. Μια ταινία που λειτουργεί περισσότερο σαν το «σπίτι» που προσπαθούν να βρουν οι τρεις ήρωες, ένα μικρό καταφύγιο σε έναν απόλυτα εκτεθειμένο σε κάθε πιθανή επίθεση κόσμο.