Μετά το «Athena», ο Ρομέν Γαβράς επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με τη «Θυσία», μια ταινία που αφήνει πίσω της την αμιγώς κοινωνική ματιά και βουτά σε έναν κόσμο όπου η πίστη, η ιδεολογία και η ανάγκη για εξουσία συγκρούονται.
Η ιστορία ακολουθεί τον Κρις, έναν επιτυχημένο και ισχυρό άνθρωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σειράς γεγονότων τα οποία δοκιμάζουν όσα θεωρεί δεδομένα. Καθώς η πραγματικότητα γύρω του γίνεται ολοένα πιο παράλογη, η προσπάθειά του να βρει νόημα τον οδηγεί σε μια διαδρομή που θυμίζει σύγχρονη εκδοχή αρχαίας τραγωδίας.
Η ελληνική μυθολογία και η τραγωδία βρίσκονται στον πυρήνα της «Θυσίας», με έννοιες όπως η ύβρις, η τιμωρία και η θυσία να μεταφέρονται από τον αρχαίο κόσμο στο σήμερα. Ο Γαβράς δεν ενδιαφέρεται όμως να δημιουργήσει μια κινηματογραφική αναπαράσταση της αρχαιότητας. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη συμβολική δύναμη αυτών των ιστοριών για να μιλήσει για ανθρώπους που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, ακόμη κι όταν οι ίδιες τους οι πεποιθήσεις αρχίζουν να τους οδηγούν στα άκρα.
Με μεγάλο μέρος της ταινίας να γυρίζεται σε πραγματικές τοποθεσίες της Ελλάδας, από ορυχεία στη βόρεια Ελλάδα μέχρι το ηφαιστειακό τοπίο, η φυσική κλίμακα του χώρου γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης. Λίγο πριν την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας του στην Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και την έξοδο της ταινίας από τη Rosebud.21 στις 15 Οκτωβρίου, συναντήσαμε τον Ρομέν Γαβράς στην Αθήνα και μας μίλησε για την πίστη ως κινητήρια δύναμη των χαρακτήρων, τις επιρροές της ελληνικής τραγωδίας, τη σχέση εικόνας και μουσικής, την ποπ κουλτούρα που τον διαμόρφωσε και τον λόγο για τον οποίο προτιμά να γυρίζει σε πραγματικά τοπία αντί για στούντιο.
Η ομάδα της ταινίας στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση
Στη «Θυσία» όλοι οι βασικοί χαρακτήρες μοιάζουν να πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά ο καθένας για τελείως διαφορετικούς λόγους. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να εξερευνήσετε μέσα από αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματική πίστη, την ανάγκη για αυτοδικαίωση και την επιθυμία για δύναμη;
Αυτό που βρήκαμε ενδιαφέρον με τον Γουίλ Αρμπερι, τον συν-σεναριογράφο μου, ήταν να φέρουμε αντιμέτωπα δύο διαφορετικά συστήματα πεποιθήσεων. Το ένα βασίζεται περισσότερο στο virtue signaling, σε αυτή την ανάγκη να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας όπως θέλουμε να τον βλέπουν οι άλλοι. Ολοι το κάνουμε, λίγο πολύ. Παρουσιάζουμε τον εαυτό μας σαν κάποιον που θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Το βλέπεις σε σχεδόν κάθε μεγάλη εταιρεία, από την Google μέχρι την Apple, που λένε «θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο», ενώ στην πραγματικότητα πολλές φορές πρόκειται περισσότερο για ένα εξωτερικό περίβλημα, μια στρώση μπογιάς. Και από την άλλη έχεις ανθρώπους που πραγματικά θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά είναι, κατά τη γνώμη μου, ριζοσπάστες. Και ο ριζοσπαστισμός μπορεί επίσης να γίνει δογματικός, ακόμη και παράλογος. Η σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων ήταν κάτι που μας ενδιέφερε πολύ και αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας και για εμάς.
Οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με πράγματα όπως η ύβρις και οι πράξεις τους αποκτούν μια μεγαλύτερη, σχεδόν τελετουργική διάσταση. Μια θυσία θα μπορούσε να είναι απλώς ένα μαχαίρι στον λαιμό. Χρειαζόταν όμως αυτή η διαδρομή προς κάτι πιο μεγαλειώδες.»
Εχετε μιλήσει για την πίστη ως βασικό θέμα της ταινίας: την ανάγκη να πιστεύουμε σε κάτι, αλλά και τον κίνδυνο να πιστεύουμε υπερβολικά. Για εσάς, είναι τελικά η πίστη αυτή που οδηγεί τους ανθρώπους στη θυσία ή η ανάγκη τους να δώσουν νόημα σε έναν κόσμο που μοιάζει παράλογος;
Νομίζω ότι η διαδρομή του Κρις είναι σχεδόν μια διαδρομή προς αυτή την κατεύθυνση. Για μένα, οι ηθοποιοί είναι σχεδόν σαν τους σύγχρονους ήρωες της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Με έναν τρόπο εκπροσωπούν όλους μας, μόνο που είναι πιο ακραίοι. Ο,τι κάνουν το κάνουν στο εκατό τοις εκατό. Oταν κάνουν κάτι ηρωικό, το κάνουν στο εκατό τοις εκατό. Οταν κάνουν κάτι ανόητο, το κάνουν επίσης στο εκατό τοις εκατό. Το ίδιο και με το εγώ τους. Ετσι, σκέφτηκα ότι ήταν ένα πολύ καλό πρότυπο για την ιστορία. Νομίζω πως η διαδρομή του είναι ουσιαστικά αυτή: ο κόσμος δεν βγάζει νόημα και εκείνος προσπαθεί να βρει ένα νόημα, όπως προσπαθούμε όλοι μας. Και προς το τέλος, είτε το ονομάσουμε πίστη είτε νόημα, κάνει αυτό το άλμα πίστης. Εχει διανύσει μια διαδρομή που τον οδηγεί να πιστέψει σε κάτι. Είναι λίγο σαν αυτό που συμβαίνει όταν ερωτεύεσαι. Και όταν αποφασίζεις να κάνεις μια ταινία σαν αυτή, ανεξάρτητα, ως σκηνοθέτης, κάνεις κι εσύ ένα άλμα πίστης. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η πίστη. Ισως να μην μπορέσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά αν καταφέρουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, αυτό από μόνο του είναι ήδη κάτι.
Ρομέν Γαβράς και Εμιλι Ραταϊκόφσκι στην πρεμιέρα της ταινίας στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση
Η ελληνική μυθολογία είναι ουσιαστικά η ραχοκοκαλιά της ταινίας. Πόσο διαφορετικά θα ήταν η «Θυσία» αν δεν είχατε μεγαλώσει ακούγοντας αυτούς τους μύθους και πόσο συνειδητά θέλατε να μεταφέρετε αρχαίες ιδέες, όπως η θυσία, η ύβρις και η τιμωρία, στον σημερινό κόσμο;
Δεν ξέρω, γιατί τότε θα ήμουν ένας διαφορετικός άνθρωπος. Αλλά νομίζω ότι, είτε στη «Θυσία» είτε σε άλλα πράγματα που κάνω, πάντα μου άρεσαν οι μεγάλες, σχεδόν επικές ιδέες. Να παίρνεις κάτι που υπάρχει στην πραγματικότητα και να το ανεβάζεις σε ένα άλλο επίπεδο. Νομίζω ότι αυτό προέρχεται από τις ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσα και τις οποίες μου έλεγαν όταν ήμουν μικρός. Για παράδειγμα, η θυσία στην ταινία θα μπορούσε να είναι απλώς μια σφαίρα στο κεφάλι μέσα σε ένα δάσος. Οχι όμως. Ηθελα να τους ρίξουμε σε ένα ηφαίστειο και να υπάρχει κάτι πολύ συμβολικό σε αυτό. Αυτό είναι που μου αρέσει στην ελληνική τραγωδία, ο συμβολισμός της. Οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με πράγματα όπως η ύβρις και οι πράξεις τους αποκτούν μια μεγαλύτερη, σχεδόν τελετουργική διάσταση. Μια θυσία θα μπορούσε να είναι απλώς ένα μαχαίρι στον λαιμό. Χρειαζόταν όμως αυτή η διαδρομή προς κάτι πιο μεγαλειώδες.
Εχετε πει ότι ως παιδί μεγαλώσατε με ελληνικούς μύθους και χωρίς τις κλασικές ταινίες της Disney, ενώ ο πατέρας σας, Κώστας Γαβράς, σας έφερε πολύ νωρίς σε επαφή με τον κινηματογράφο. Οταν κοιτάζετε σήμερα τη «Θυσία», αισθάνεστε ότι είναι η ταινία στην οποία συναντιούνται πιο καθαρά η ελληνική σας καταγωγή, η γαλλική σας κινηματογραφική ταυτότητα και η επιρροή της ποπ κουλτούρας;
Νομίζω ότι έχω επηρεαστεί και από την ποπ κουλτούρα. Φανταστείτε να μεγαλώνετε με αυτούς τους ελληνικούς μύθους αντί για τις ταινίες της Disney και στη συνέχεια, σε πολύ μικρή ηλικία, να βλέπετε Κρις Μαρκέρ και Ταρκόφσκι, ενώ παράλληλα, ως επαναστάτης δωδεκάχρονος, παρακολουθείτε MTV και «Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει». Νομίζω ότι είμαστε αποτέλεσμα της εκπαίδευσής μας και όλων όσων καταναλώνουμε πολιτιστικά. Ολα αυτά με διαμόρφωσαν. Είχα, ας πούμε, μια αρκετά διανοητική ανατροφή, αλλά την ίδια στιγμή τα αγαπημένα μου πράγματα ήταν τα μουσικά βίντεο στο MTV, οι Bush και οι ταινίες δράσης. Νομίζω ότι ο συνδυασμός όλων αυτών δημιουργεί κάτι που έχει έναν συμβολισμό ο οποίος προέρχεται από διαφορετικά κομμάτια της εκπαίδευσής μου, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια πιο ποπ, πιο άμεση πλευρά, που προέρχεται από τα γούστα που ανέπτυξα ως έφηβος. Οταν είσαι έφηβος τη δεκαετία του ’90, οι αναφορές σου είναι ξανά το MTV, το «Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει», το «Star Wars». Είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών των πραγμάτων.
O Βενσάν Κασέλ στην πρεμιέρα της ταινίας στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση
Μιας και μιλάμε για μουσική, από το «Our Day Will Come» και την «Athena» μέχρι τα μουσικά σας βίντεο, η εικόνα και η μουσική είχαν πάντα τεράστια σημασία στο σινεμά σας. Στη «Θυσία», πώς συνεργάστηκαν η κινηματογράφηση, η μουσική και ο ρυθμός του μοντάζ ώστε να δημιουργήσουν αυτή την αίσθηση ενός σύγχρονου μύθου;
Για μένα η μουσική είναι πάρα πολύ σημαντική. Προέρχομαι από τις μικρού μήκους ταινίες και τα μουσικά βίντεο, όπου ακόμη και σήμερα, όταν γράφω μια σκηνή, για παράδειγμα με τον συνσεναριογράφο μου, ανταλλάσσαμε playlists όσο γράφαμε. Κυριολεκτικά ακούγαμε μουσική, όπως τους Mount Eerie, τους Monks, διάφορα πράγματα, απλώς και μόνο επειδή σε βάζουν σε μια συγκεκριμένη διάθεση. Ετσι, η μουσική αποτελεί πολύ μεγάλο μέρος της διαδικασίας για μένα, γιατί αισθάνομαι ότι η μουσική και η εικόνα μαζί μπορούν να δημιουργήσουν κάτι πάρα πολύ δυνατό. Προέρχομαι από αυτόν τον κόσμο. Είμαι 45 ετών και ακόμη απολαμβάνω να κάνω μουσικά βίντεο. Ξέρω ότι ο όρος «μουσικά βίντεο» μπορεί να ακούγεται κάπως υποτιμητικά, σαν κάτι που κάνεις όταν είσαι είκοσι χρονών. Εγώ όμως πάντα τα έβλεπα σχεδόν σαν αυτοτελή ποιήματα. Δεν είναι απαραίτητα μόνο ένας τρόπος για να προωθήσεις τη μουσική. Είναι κάτι από μόνο του. Και στις ταινίες συμβαίνει το ίδιο. Η μουσική καταλαμβάνει ένα πολύ, πολύ σημαντικό μέρος.
Ισως να μην μπορέσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά αν καταφέρουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, αυτό από μόνο του είναι ήδη κάτι.»
Ρομέν Γαβράς, Εμιλι Ραϊτακόφσκι, Βενσάν Κασέλ, Αφροδίτη Παναγιωτάκου από την πρεμιέρα της ταινίας στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση
Η «Θυσία» γυρίστηκε σε πραγματικές τοποθεσίες στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων σε ένα ενεργό ηφαίστειο και σε ορυχείο στη Βόρεια Ελλάδα. Πώς επηρέασαν αυτά τα τοπία τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες; Υπήρχαν πράγματα που συνέβησαν μπροστά στην κάμερα τα οποία δεν θα μπορούσατε να έχετε σχεδιάσει σε ένα στούντιο;
Ω, ναι, εκατό τοις εκατό. Καταρχάς, ήθελα πραγματικά να γυρίσω στην Ελλάδ την ταινία, γιατί έχω προφανώς μια συναισθηματική σχέση με τη χώρα και υπάρχει κάτι πολύ ελληνικό σε αυτή την ιστορία για μένα. Οταν λοιπόν ψάχναμε για ορυχείο στη βόρεια Ελλάδα, ήταν κοντά στη Δράμα. Και μόνο το γεγονός ότι το ορυχείο που επισκεφθήκαμε ήταν δίπλα στη Δράμα μάς έκανε να πούμε «αυτό είναι το ορυχείο που χρειαζόμαστε». Και ήταν εκπληκτικό, γιατί, για παράδειγμα, ο υπεύθυνος του ορυχείου, ο Ζακ, ξαφνικά μας είπε: «Θα γυρίσουμε μια ταινία εδώ». Ηταν ένα ενεργό ορυχείο, όπου ακόμη γίνονταν εργασίες εξόρυξης, και μας βοήθησαν απόλυτα. Καθαρίσαμε το ορυχείο και όλοι εκεί είχαν μια απίστευτη ενέργεια. Ηταν σαν να έλεγαν «ήρθαμε εδώ για να κάνουμε μια μεγάλη ταινία, μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή», ενώ στην πραγματικότητα όλοι, από το ελληνικό συνεργείο μέχρι τους υπόλοιπους ανθρώπους της παραγωγής, ήθελαν να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό. Υπήρχε μια συνέργεια, μια αίσθηση ότι θέλουμε να κάνουμε κάτι καλό, επειδή δεν είχαμε έναν τεράστιο προϋπολογισμό. Είναι ακόμη μια ανεξάρτητη ταινία. Χρειαζόμασταν λοιπόν αυτή την επιπλέον ενέργεια, αυτόν τον επιπλέον δυναμισμό. Και για τους ηθοποιούς, το να τους βάλεις μέσα σε ένα ενεργό ορυχείο στη βόρεια Ελλάδα αλλάζει τα πάντα. Οι τεράστιοι αστέρες του κινηματογράφου ξαφνικά δεν είναι πια ντίβες. Είναι απλώς άνθρωποι.
Κάθε πρωί, όταν ήμασταν εκεί, ανεβαίναμε για περίπου μία ώρα για να φτάσουμε στο σημείο των γυρισμάτων. Ολοι έπρεπε να περπατήσουν. Ο Κρις, η Ανια, όλοι. Ολοι κουβαλούσαν εξοπλισμό. Επρεπε να ανέβουμε όλη αυτή την απόσταση μέχρι το ηφαίστειο. Και δεν είναι καν θέμα σκηνοθετικής εμμονής του τύπου «θέλω να γυρίζω μόνο σε πραγματικές τοποθεσίες». Είναι απλώς ότι πρώτα απ’ όλα δεν διασκεδάζω όταν γυρίζω σε στούντιο. Βλέπω μια πράσινη οθόνη. Δεν βλέπω ένα κάστρο ή ένα ηφαίστειο. Βλέπω μια πράσινη οθόνη. Και το μυαλό μου δεν μπορεί να το μετατρέψει σε κάτι άλλο. Επιπλέον, οι πραγματικές τοποθεσίες δημιουργούν μια ενέργεια σαν να ζούμε όλοι μαζί μια περιπέτεια. Και αυτό είναι το ωραίο στο να κάνεις κινηματογράφο. Η περιπέτεια.
Η «Θυσία» του Ρομέν Γαβρά κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 15 Οκτωβρίου από την Rosebud.21
