Η κατάκτηση του Χρυσού Φοίνικα στις Κάννες δεν αποτελεί πάντοτε μια ιστορία θριάμβου, ειδικά για εκείνους που βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας κινηματογραφικής επιτυχίας χωρίς να αισθάνονται ότι είχαν τον έλεγχο της ίδιας τους της εικόνας. Δεκατρία χρόνια μετά το «Η Ζωή της Αντέλ», η Λεά Σεϊντού επιστρέφει σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της καριέρας της, μιλώντας για τις εξαντλητικές συνθήκες των γυρισμάτων, τη συμπεριφορά του σκηνοθέτη Αμπντελατίφ Κεσίς και τις πιέσεις που, όπως καταγγέλλει, δέχτηκε όταν αποφάσισε να αποκαλύψει όσα συνέβησαν.
Η ηθοποιός, η οποία τιμήθηκε με το βραβείο Achievement in Acting στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μίντλμπεργκ, θυμήθηκε πως η ίδια και η συμπρωταγωνίστριά της, Αντέλ Εξαρχόπουλος, ολοκλήρωσαν έξι μήνες γυρισμάτων χωρίς να γνωρίζουν πλήρως πώς θα παρουσιαζόταν τελικά το υλικό τους. «Eχουν περάσει δεκατρία χρόνια. Τότε δεν είχε εμφανιστεί ακόμη το κίνημα #MeToo. Eχω μιλήσει αρκετές φορές για την ασέβεια που έδειξε ο σκηνοθέτης απέναντί μας. Γυρίζαμε την ταινία επί έξι μήνες και είδαμε ουσιαστικά για πρώτη φορά το αποτέλεσμα στις Κάννες. Οι σκηνές ήταν, ας πούμε, πολύ γραφικές. Τις ανακάλυψα εκεί, κάτι εντελώς παράλογο, καθώς δεν είχα εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονταν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Διαβάστε ακόμα: Πόσο κινδυνεύει το γαλλικό σινεμά;
Η βράβευση της ταινίας έφερε τις δύο πρωταγωνίστριες στο επίκεντρο της διεθνούς κινηματογραφικής επικαιρότητας, όμως η Σεϊντού θεωρεί πως η δημιουργική συμβολή τους ξεπερνούσε τα όρια της ερμηνείας. Οι αυτοσχεδιασμοί και η συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της ιστορίας ήταν τόσο σημαντικοί, ώστε, όπως εξήγησε, αισθάνεται πως δικαιωματικά θα μπορούσαν να θεωρούνται συνδημιουργοί της ταινίας. Η δημόσια κριτική της, ωστόσο, για τις συνθήκες παραγωγής προκάλεσε αντιδράσεις και, σύμφωνα με την ίδια, έφερε την άμεση παρέμβαση των παραγωγών, οι οποίοι την προειδοποίησαν πως οι δηλώσεις της μπορούσαν να επηρεάσουν την πορεία της ταινίας κατά την περίοδο των βραβείων. «Οι παραγωγοί ήρθαν και μου είπαν: “Καλύτερα να κλείσεις το στόμα σου, γιατί αν θέλεις να είσαι υποψήφια για κάποιο βραβείο και να συμμετάσχεις στην προεκλογική περίοδο, πρέπει να σταματήσεις”. Τους απάντησα ότι ήθελα να εξηγήσω πόσο άσχημα μας είχαν φερθεί σε αυτή την ταινία. Και δεν είχα αποκαλύψει ούτε τα μισά από όσα συνέβησαν. Hταν πραγματικά φρικτό». Η ηθοποιός υποστηρίζει πως η άρνησή της να υποχωρήσει είχε ως συνέπεια τον αποκλεισμό της από την προωθητική καμπάνια του φιλμ, ενώ περιγράφει και την προσωπική επίθεση που δέχτηκε στη συνέχεια από τον Κεσίς, ο οποίος απέδωσε τις αντιδράσεις της στην προνομιούχα οικογενειακή της καταγωγή.
Η διαμάχη τους είχε γίνει γνωστή ήδη από το 2013, όταν τόσο η Σεϊντού όσο και η Εξαρχόπουλος επέκριναν δημόσια τις μεθόδους του σκηνοθέτη και δήλωσαν πως δεν επιθυμούσαν να συνεργαστούν ξανά μαζί του. Ο Κεσίς απάντησε με σκληρούς χαρακτηρισμούς, αποκαλώντας τη Σεϊντού «αλαζονικό, κακομαθημένο παιδί», ενώ έφτασε στο σημείο να απειλήσει με νομικές ενέργειες εναντίον της. Για την πρωταγωνίστρια, όμως, η πιο οδυνηρή ανάμνηση δεν περιορίζεται στη σύγκρουση με τον δημιουργό της ταινίας. Κατά τη διάρκεια συζήτησης με εκπροσώπους της Eνωσης Ξένου Τύπου του Χόλιγουντ, στο πλαίσιο των Χρυσών Σφαιρών, δέχτηκε ερωτήσεις που συνέδεαν την κριτική της με την οικονομική και κοινωνική της προέλευση. Η ίδια περιέγραψε τη στιγμή ως βαθιά ταπεινωτική, αποκαλύπτοντας πόσο δύσκολο ήταν να διαχειριστεί την κατάσταση δημόσια. «Hταν τόσο ταπεινωτικό. Ακόμη και τώρα θα μπορούσα να βάλω τα κλάματα, αλλά δεν θα το κάνω. Τότε, όμως, ξέσπασα σε κλάματα και ήταν πολύ δύσκολο», δήλωσε, ανακαλώντας μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για την επαγγελματική της εμπειρία μετατοπίστηκε, όπως αισθάνθηκε, στην προσωπική της ζωή.
Oσα συνέβησαν στο «Η Ζωή της Αντέλ» επηρέασαν και τον τρόπο με τον οποίο η Σεϊντού προσεγγίζει σήμερα τις ερωτικές σκηνές και τη γύμνια στον κινηματογράφο. Η ηθοποιός έχει καταστήσει σαφές πως θέλει να διατηρεί λόγο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το σώμα της στην τελική εκδοχή μιας ταινίας, επιμένοντας στη σημασία της συναίνεσης και της ουσιαστικής επικοινωνίας με τον σκηνοθέτη. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει πως θεωρεί το γυμνό προβληματικό από μόνο του ή πως αποφεύγει ρόλους που απαιτούν σωματική έκθεση. Αντίθετα, ξεχωρίζει τη συνεργασία της με τη Μαρί Κρόιτσερ στο νέο δράμα του Netflix «Gentle Monster», όπου είχε τη δυνατότητα να εξετάσει ευαίσθητες σκηνές και να συμμετάσχει στις αποφάσεις για την παρουσίασή τους. Σε συνέντευξή της στο TheWrap, μάλιστα, εξήγησε τη θετική της στάση απέναντι στην απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος, λέγοντας: «Θεώρησα ότι ήταν καλό να δείξουμε ένα πραγματικό σώμα». Η διαφορά, επομένως, δεν βρίσκεται στο πόσο τολμηρή μπορεί να είναι μια σκηνή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται και στη δυνατότητα της ηθοποιού να γνωρίζει πώς θα χρησιμοποιηθεί η εικόνα της.
Η νέα τοποθέτηση της Σεϊντού επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που εξακολουθεί να απασχολεί τη βιομηχανία του κινηματογράφου, καθώς η καλλιτεχνική ελευθερία συναντά τα όρια της συναίνεσης και της επαγγελματικής αξιοπρέπειας. Η ίδια δεν αρνείται τις απαιτήσεις ενός δύσκολου ρόλου ούτε την ανάγκη να εκτεθεί συναισθηματικά και σωματικά για χάρη μιας ιστορίας. Εκείνο που διεκδικεί είναι ο σεβασμός, η συμμετοχή στις αποφάσεις που αφορούν την εικόνα της και η εμπιστοσύνη ότι η συνεργασία με έναν δημιουργό δεν θα μετατραπεί σε μια εμπειρία χωρίς δικλείδες προστασίας. Η ιστορία του «Η Ζωή της Αντέλ» παραμένει έτσι κάτι περισσότερο από μια βραβευμένη ταινία που σημάδεψε τη σύγχρονη ευρωπαϊκή κινηματογραφία. Για τη Σεϊντού, αποτελεί μια υπενθύμιση πως πίσω από τις ερμηνείες που μένουν στην οθόνη υπάρχουν άνθρωποι που δικαιούνται να έχουν φωνή, να θέτουν όρια και να απαιτούν να αντιμετωπίζονται με αξιοπρέπεια, ακόμη και όταν το τίμημα της ειλικρίνειάς τους είναι μεγάλο.
Διαβάστε ακόμα:
