Γυρισμένο σε μια περίοδο τριών ετών, το «ΝΑΖΑ» μας μεταφέρει νύχτα σε ταράτσες κτηρίων του Τελ Αβίβ, απ’ όπου η κάμερα παρακολουθεί στα φωτισμένα παράθυρα απέναντι τους κατοίκους της πόλης να βλέπουν τις ειδήσεις στην τηλεόραση και να συνεχίζουν αμέριμνοι τις ζωές τους, καθώς εξήντα χιλιόμετρα πιο πέρα, στη Γάζα, ξετυλίγεται μια γενοκτονία. Η λέξη δεν είναι δική μας. Ερχεται από την κάθε άλλο παρά διστακτική παραδοχή των ανθρώπων που την οργανώνουν, την συντονίζουν και την εκτελούν, και οι οποίοι βρίσκονται απέναντι από τον Αβραχαμ στις σκοτεινές εκείνες ταράτσες και εξηγούν με δικά τους, ανατριχιαστικά λόγια τα πώς και τα γιατί.
Πώς οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούν όλα, ναι, κυριολεκτικά όλα, τα τηλέφωνα όλων των κατοίκων της Γάζας, πώς έχουν χαρτογραφήσει όλα τα κτήρια της πόλης και ξέρουν πόσοι ακόμη κάτοικοι βρίσκονται σε αυτά. Πώς με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης οργανώνουν τα χτυπήματα σε συγκεκριμένους στόχους. Πώς ο στόχος τους δεν είναι να εξοντώσουν απλώς τη Χαμάς, αλλά να ισοπεδώσουν τη Γάζα και να εκδιώξουν όλους τους κατοίκους της από εκεί, «διδάσκοντάς» τους μέσα από συνεχείς βομβαρδισμούς και δολοφονίες ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν. Πώς ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Για κάθε στέλεχος της Χαμάς που αποτελεί στόχο υπάρχουν παράπλευρες απώλειες, και κάθε αθώος που σκοτώνεται δίπλα του είναι ακριβώς αυτό: «Naza» στην ορολογία τους. Κι αυτά τα Naza μπορεί να είναι πέντε, μπορεί να είναι είκοσι, μπορεί να είναι ακόμη και 500, και παρ’ όλα αυτά το χτύπημα να πάρει το πράσινο φως.
Κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια καταγραφή της πραγματικότητας και της αλήθειας. Ενα εργαλείο που αφαιρεί κάθε δικαιολογία απ’ όσους θέλουν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις ή να συγχωρήσουν οτιδήποτε.»
Διαβάστε τη συνέντευξη των Γιουβάλ Αβραχαμ και Ρέιτσελ Σορ στο Flix: «Είμαστε Ισραηλινοί, Εβραίοι & ξεκάθαρα στο πλευρό των Παλαιστινίων. Ελάτε να μας συλλάβετε!»
Γιατί κανείς από τους ανθρώπους που μιλούν στην κάμερα (με τα πρόσωπά τους σκιασμένα από τη νύχτα και τις φωνές και τα χαρακτηριστικά τους ψηφιακά αλλαγμένα), δεν αρνείται να συμμετάσχει σε κάτι που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν γενοκτονία; Γιατί ένας από αυτούς λέει απερίφραστα, «θεωρούσα ότι οι Ναζί ήταν η απόλυτη ενσάρκωση του κακού. Αλλα τι είμαστε εμείς τώρα;», κι όμως συνεχίζει να κάνει τη «δουλειά» του εξ αποστάσεως; Γιατί, ενώ όλοι αντιλαμβάνονται πόσο φρικτές είναι οι πράξεις τους, δεν σταματούν;
Οι ίδιοι, στη νυχτερινή ησυχία των οροφών του Τελ Αβίβ, έχουν τις απαντήσεις και στα πώς και στα γιατί, και είναι ανατριχιαστικές. Η κοινοτοπία του κακού θα μπορούσε να είναι η επικεφαλίδα όλων όσων λένε, αλλά το ρίγος που νιώθεις όταν τους ακούς να μιλούν (για νεκρά παιδιά, για το πώς νιώθουν ικανοποίηση όταν ολοκληρώνουν κάθε αποστολή τους, για τον τρόπο με τον οποίο όσοι από αυτούς βρέθηκαν στο πεδίο έπαψαν να βλέπουν τις σορούς των νεκρών ως κάτι ανθρώπινο και έμαθαν να καίνε τα σπίτια των κατοίκων σε χρόνο ρεκόρ, για μια ευσπλαχνία που εξαντλείται στο να ρίξουν μια ακόμη βόμβα όταν το drone αφήνει τραυματίες κι όχι πτώματα), απλώς δεν μπορεί να περιγραφεί.
Και οι ίδιοι παραδέχονται κι εξηγούν πως η προσπάθεια αφανισμού και σβησίματος της Γάζας από τον χάρτη δεν περιορίζεται σε πολεμικές μεθόδους, αλλά επεκτείνεται και σε «ειρηνικές»: στις απόπειρες να εξαφανιστούν με κάθε δυνατό μέσο υποθέσεις που φτάνουν στα διεθνή δικαστήρια. Φυσικά όχι νόμιμα και σίγουρα όχι ηθικά.
Και κάπως έτσι το «ΝΑΖΑ» μεταμορφώνεται σε κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια καταγραφή της πραγματικότητας και της αλήθειας. Σε ένα αναλυτικό σχεδιάγραμμα ενός εξαιρετικά μεθοδικού προγράμματος εξαφάνισης και, ναι, γενοκτονίας, αλλά και σε ένα εργαλείο που αφαιρεί κάθε δικαιολογία απ’ όσους θέλουν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις ή να συγχωρήσουν οτιδήποτε.

