Για πολλά χρόνια ο Γιάννης Κοκιασμένος ήταν περισσότερο γνωστός ως προπονητής ιππασίας, από τους καλύτερους στην Ελλάδα, και λιγότερο ως ηθοποιός.
Οταν τον ρωτούσες για το σινεμά και τους ρόλους που έχει παίξει ξεκινώντας ήδη από το 1998 και το μικρού μήκους «Χτες το Απόγευμα» της Ελισάβετ Χρονοπούλου, στη συνέχεια ένα μικρό ρόλο την «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά» του Πάνου Χ. Κούτρα, το μικρού μήκους «Ελα να σου Πω...» της Κατερίνας Φιλιώτου, τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία μεγάλου μήκους με το «Ενα Τραγούδι Δεν Φτάνει» ξανά της Χρονοπούλου, τον δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο στον «Μαραθώνιο» του Αντώνη Κόκκινου, τον τρίτο πρωταγωνιστικό ρόλο στη «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα σε μια λίστα που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, προτιμούσε να αυτοσυστήνεται ως μη ηθοποιός, ως ερασιτέχνης, συνεχίζοντας να διατηρεί ως κύριο επάγγελμα και ιδιότητα «τα άλογα» όπως του αρέσει να τα ονομάζει.
Γι’ αυτόν το σινεμά ήταν πάντα μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Η οποία όμως γεννιόταν πάντα μέσα και από τις παρέες, από ένα κοινό πάθος για τις ιστορίες που έπρεπε να ειπωθούν πάση θυσία. Άρχιζε και τέλειωνε εκεί. Και ξανάρχιζε και ξανατέλειωνε εκεί.
«Παλιά ψυχή» ήδη από πολύ νεότερος, ο Γιάννης Κοκιασμένος συνεχίζει να κάνει σινεμά με τον ίδιο τρόπο που το έκανε πάντα, ακόμη και τώρα που οι παραγωγές έγιναν διεθνείς, τα σετ μεγάλωσαν και οι πρόβες έχουν σταματήσει.
Πότε όμως σταματάει κάποιος να είναι «μη ηθοποιός»;.
Αυτή ήταν η μόνη ερώτηση που θέλαμε να κάνουμε στον Γιάννη Κοκιασμένο, σε αυτή τη συνέντευξη που ξεκίνησε με αφορμή την «Κότα» του Γκιόργκι Πάλφι και την επερχόμενη της έξοδο στους κινηματογράφουw, φυσικά στάθηκε στην «Οδύσσεια» όπου ο Γιάννης Κοκιασμένος ήταν ο μόνος Ελληνας ηθοποιός και ο μόνος που μιλάει στην ταινία ελληνικά, έφτασε μέχρι και την κατάσταση της Αριστεράς σήμερα στην Ελλάδα και την άνοδο της Ακροδεξιάς σε όλον τον πλανήτη, πέρασε και από τον Χάρι Πότερ, αλλά κατέληξε τελικά στο τι είναι αυτό που κάνει κάποιον να λέγεται ηθοποιός.
Μπορούμε να μιλήσουμε για τον Γιάννη Κοκιασμένο πριν και τον Γιάννη Κοκιασμένο μετά την «Οδύσσεια»;
Σίγουρα όχι σε επίπεδο απολαβών ή προτάσεων για δουλειά... Δεν έχει φανεί κάτι τέτοιο. Ελπίζω ότι θα φανεί. Πήρα δημοσιότητα όπως ποτέ άλλοτε, αφότου όμως βγήκε η ταινία. Πριν δεν ήξερε κανείς ότι παίζω και τι ακριβώς κάνω εκεί. Η συμμετοχή στην ταινία ηταν μια μοναδική εμπειρία που ήρθε να συναντήσει το γεγονός ότι τα τελευταία έξι χρόνια, κυρίως μετά το 2020, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να τον εξηγήσω συμμετέχω μόνο σε ξένες παραγωγές ή συμπαραγωγές. Επαιξα στο «Peeled Skin» της Λεόνι Κρίπεντορφ, στο τηλεοπτικό «Malice», στο «Becket», στο νορβηγικό «Bäckström»...
Πως παρακολουθείς τις εθνικιστικές κορώνες που συνόδευσαν την ταινία και εμφανίζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα με πρώτη αφορμή;
Με μεγάλη ανησυχία και νομίζω ότι είμαστε σε ανοιχτό πόλεμο. Είμαι αισιόδοξος ότι θα τον κερδίσουμε τον πόλεμο. Αλλά είναι δεδομένο ότι είμαστε σε πόλεμο. Και ότι αυτή τη στιγμή η ακροδεξιά και ο φασισμός βρίσκεται σε άνοδο παντού. Υπάρχει μια μεγάλη ελπίδα και είναι αυτό που γίνεται στην Αμερική αυτή η στιγμή. Εχω την αίσθηση ότι θα υπάρξει μια αντανάκλαση στην Ευρώπη. Υπάρχει ένας ισχυρός αντίπαλος λόγος και πολιτισμικό στίγμα. Δεν έχω κάτι να πω για όλους αυτούς που πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο, διότι ούτως η άλλως είναι εχθροί μου. Ισως μια απάντηση να είναι το ίδιο το χιούμορ του Κρίστοφερ Νόλαν, αφού τα ελληνικά που μιλάω στην ταινία είναι η μόνη «ξένη», «βάρβαρη» γλώσσα που ακούγεται.
Τελικά πώς σου φάνηκε η Οδύσσεια:
Ενα κλασικό έργο τέχνης, είτε είναι η «Οδύσσεια» ή η «Ιλιάδα» του Ομήρου, είτε ο «Αμλε» ή «Ο Βασιλάς Ληρ» του Σαίξπηρ, είναι δεδομένο ότι αφορά διαχρονικά την ανθρωπότητα και χωρίς γεωγραφικό περιορισμό. Υπάρχει όμως η ανάγκη να επαναμεταφράζεται στη κάθε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο στην οποία διανύουμε και νομίζω ότι αυτήν ήταν η προσπάθεια του Νόλαν. Οταν ζούμε μια ιστορική πραγματικότητα όπου ο Ντόναλντ Τραμπ και το Ισραήλ προσπαθούν να καταλύσουν το διεθνές δικαστήριο, τον ΟΗΕ, αυτό είναι το αντίστοιχο με αυτό λέει και ο Ομηρος ότι υπάρχουν κάποια δεδομένα που είναι οι στυλοβάτες του πολιτισμού μας που αν με κάποιο τρόπο καταλυθούν - αυτό είναι το ποιώ την ύβρι ή τη βλασφημιά κατά τους χριστιανούς - καταλύεται ο πολιτισμός. Ο άξονας στον οποίο κινείται η «Οδύσσεια» του Νόλαν είναι ότι το δώρο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπογείως και το θέμα της φιλοξενίας που είναι ιερό. Οι δύο ύβρεις δηλαδή που ακολουθούν τον Οδυσσέα. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν αφήνει τον γιο του τον Τηλέμαχο να σκοτώσει τους μνηστήρες που είναι φιλοξενούμενοι γιατί ο Οδυσσέας είναι ήδη καταραμένος επειδή χρησιμοποιήσε το «δώρο», δηλαδή τον Δούρειο Ιππο για να εισβάλει στην Τροία. Θέλουμε δεν θέλουμε, η ταινία γίνεται ένας καθρέφτης για την ύβρι του Τραμπ. Δεν εννοώ ότι αναγκαστικά το έργο τέχνης πρέπει να έχει μηνύματα αλλά αυτό το συγκεκριμένο δεν μπορεί να μην έχει.
Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, στην αρχή αυτού που θα λέγαμε η καριέρα μου, έκανα μόνο τα πράγματα που ήθελα. Αργότερα όταν δεν ήμουν πια υπάλληλος ομίλων μπήκα και στη διαδικασία να σκέφτομαι τον εαυτό μου περισσότερο σαν ηθοποιό και λιγότερο ως προπονητή ιππασίας. Εχει να κάνει απολύτως με τον βιοπορισμό. Είσαι ηθοποιός τη στιγμή που δουλεύεις και για το μικρό χρονικό διάστημα των τριών μηνών που είσαι σε μια ταινία ή μια παράσταση. Το υπόλοιπο διάστημα ούτε χρειάζεται ούτε είσαι ηθοποιός.»
Τι διαφορά έχει μια ξένη παραγωγή σε σχέση με την ελληνική;
Το μόνο που μου λείπει και εκεί βλέπω μια διαφορά, είναι ότι ο τρόπος με τον οποιο εγώ έμαθα να κάνω σινεμά με τους φίλους μου υπάρχει ολοένα και πιο σπάνια. Η ατμόσφαιρα ήταν πιο παρεΐστικη, είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε πιο πολλές πρόβες. Τώρα πια δεν υπάρχει η έννοια των προβών και μάλιστα απορώ γιατί. Βέβαια δεν ισχύει πάντα. Στην περίπτωση του Γκιόργκι Πάλφι γίναμε κολλητοί. Οταν τον συνάντησα στο γραφείο του παραγωγού Κώστα Λαμπροπούλου δεν είπαμε τίποτα, αλλά δώσαμε ένα ραντεβού για το βράδυ. Δεν είχε πει ότι θα με πάρει ή δεν θα με πάρει. Μιλώντας για την ταινία κατάλαβα πως είμαι αυτός που υποστηρίζει την κότα. Η ταινία έτσι κι αλλιώς ήταν για την κότα. Αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, ενας ηθοποιός όποιος κι αν είναι αυτός ο ηθοποιός βρίσκεται σε μια ταινία για να βοηθήσει την ταινία, είναι ένα όργανο - μέσα στα πολλά - για να γίνει πραγματικότητα το όραμα του σκηνοθέτη. Εγώ έτσι έχω μάθει.
Στην «Κότα» όλα λειτούργησαν τελικά για το τελικό αποτέλεσμα;
Ηξερα από τη πρώτη ημέρα, παρόλες τις δυσκολίες του γυρίσματος και τις συνθήκες, ότι θα γίνει καλή ταινία. Και αυτό το καταλαβαίνω από τη σχέση που έχω κάθε φορά με τον σκηνοθέτη. Είναι απαραίτητο να αποκτήσεις μια καλή σχέση ή σχέση εμπιστοσύνης με αυτόν που είναι ο κυρίως υπεθύνος μιας ταινίας. Εσύ έρχεσαι για να εξυπηρετήσεις το όραμα του. Κάτι χαρακτηριστικό είναι ότι δεν έχω πάει ποτέ να με κοιτάξω στο μόνιτορ. Αυτό μου το έμαθε η Ελισάβετ Χρονοπούλου και το τηρώ ακόμα. Ο άνθρωπος απέναντι σου, ο σκηνοθέτης, έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για την ταινία που γυρίζεται. Εσύ όταν είσαι από την από δω πλευρά του φακού σκέφτεσαι άλλα - δεν κατέχεις, για παράδειγμα, το εικαστικό κομμάτι. Ως ηθοποιός δεν θα καταλάβεις ποτέ σε τι σύμπαν βρίσκεσαι. Ενδεχομένως αν έχεις δει κάτι στο μόνιτορ να σου χαλάσει την ερμηνεία στην επόμενη σκηνή… Ενας ηθοποιός επειδή έχει ένα μικρό κομμάτι μέσα στην ταινία είναι αδύνατον να φανταστεί το σύνολο. Ακόμη και τον τρόπο του μοντάζ των κοντινών με τα γενικά, δεν θα το καταλάβει ποτέ. Οπότε είναι λάθος να πάρει μια αποσπασματική εικόνα ενός πλάνου, που, στην πραγματικότητα, θα τον περιορίσει.
Ισως ο τρόπος αυτός που γίνονται οι ταινίες παλιότερα να μην ήταν απαραίτητα ο σωστός.
Εγώ έχω την εντύπωση πως έτσι ήταν τα πράγματα παντού, όχι μόνο στην Ελλάδα. Υπήρξε αυτή η μαγική περίοδος κυρίως του σινεμά του '70 στην Αμερική όπου σημασία έχει μόνο ο σκηνοθέτης. Κάπου εκεί πέθανε το σινεμά των δημιουργών, όταν τα στούντιο είδαν ότι μπορούν να βγάλουν χρήματα μόνο με έναν καρχαρία - για να αναφερθούμε στην ταινία του Σπίλμπεργκ. Και οι ηθοποιοί απέκτησαν προνόμια. Αυτή η περίοδος στην Ελλάδα παρατάθηκε και μέχρι το 2010, ίσχυε όμως σε διαφορετικούς περιόδους και στην Αμερική και στην Ευρώπη, Και συνεχίζω να πιστεύω πως είναι ο σωστός τρόπος να κάνεις σινεμά.
Το καταλαβαίνω εξ αντανακλάσεως ότι οι απόψεις μου είναι παλιομοδίτικες, αλλά στην πραγματικότητα δεν βλέπω τον λόγο γιατί είναι παλιομοδίτικες, αφού λειτουργούν καλύτερα από τον καινούριο τρόπο.»
Μιλάς τόση ώρα σαν μια «παλιά ψυχή» που είσαι έτσι κι αλλιώς και και το κυρίαρχο θέμα είναι κάτι που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως μια ηθική του ηθοποιού.
Ο κινηματογράφος είναι ένας μικρόκοσμος, αντανακλά έναν μακρόκοσμο. Το κάνουμε και στην ιππασία. Το καταλαβαίνω εξ αντανακλάσεως ότι οι απόψεις μου είναι παλιομοδίτικες, αλλά στην πραγματικότητα δεν βλέπω τον λόγο γιατί είναι παλιομοδίτικες, αφού λειτουργούν καλύτερα από τον καινούριο τρόπο. Για παράδειγμα δεν μπορώ να καταλάβω πότε ακριβώς εξαφανίστηκαν οι πρόβες στο σινεμά. Εντάξει, υπάρχει και κάτι θετικό σε αυτό, σε κάνει πιο γρήγορο, ότι ξεκινάς να φτιάχνεις το χαρακτήρα ως ενήλικας και όχι σαν παιδί που το πηγαίνει ο σκηνοθέτης στο σχολείο. Αλλά δεν αποκλείει το ένα το άλλο.
Τελικά όμως, πότε σταματά κάποιος να μην είναι μη ηθοποιός;
Για να είναι κανείς ηθοποιός έστω και ερασιτεχνικά προϋποθέτει να έχει έναν πολύ βαθύ εγωκεντρισμό. Θέλω να σου πω ότι μπορεί να ντρεπόυμον να πω ότι είμαι ηθοποιός και το αντιπεραρχόμουν με χιούμορ και γελάκια και ότι δεν είμαι ηθοποιός, εγώ είμαι «αλογάς» και τέτοια. Οταν πραγματιστικά άρχισα να βγάζω πολύ περισσότερα χρήματα ως ηθοποιός απ' ότι ως προπονητής ιππασίας, νομίζω ότι ήταν η καθοριστική στιγμή. Από το 2012 είμαι freelancer, δηλαδή δεν είμια προποπονητής του ομίλου με μηνιαίο σταθερό μισθό, αλλά έχω τα δικά μου άλογα, τα δικά μου παιδιά. Αυτό ήταν το σημείο μηδέν και αποδείχθηκε πολύ καλό όσον αφορά τη σχέση μου με το σινεμά και τη υποκριτική. Αν όλα αυτά τα πρώτα χρόνια εξαρτιόμουν απολύτως οικονομικά από το σινεμά τότε θα έκανα και πράγματα που δεν θα μου άρεσαν. Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, στην αρχή αυτού που θα λέγαμε η καριέρα μου, έκανα μόνο τα πράγματα που ήθελα. Αργότερα όταν δεν ήμουν πια υπάλληλος ομίλων μπήκα και στη διαδικασία να σκέφτομαι τον εαυτό μου περισσότερο σαν ηθοποιό και λιγότερο ως προπονητή ιππασίας. Εχει να κάνει απολύτως με τον βιοπορισμό. Είσαι ηθοποιός τη στιγμή που δουλεύεις και για το μικρό χρονικό διάστημα των τριών μηνών που είσαι σε μια ταινία ή μια παράσταση. Το υπόλοιπο διάστημα ούτε χρειάζεται ούτε είσαι ηθοποιός. Αυτή είναι και η έννοια του ηθοποιού.
Θα μπορούσες να απομονώσεις μερικές στιγμές από το σινεμά που έχεις κάνει ως πιο σημαντικές;
Το «Χτες το Απόγευμα», η μικρού μήκους ταινία της Ελισάβετ Χρονοπούλου. Ανεβήκαμε στη Δράμα και ξαφνικά κάτι μικρό δικό μας αναγνωρίστηκε από τους πολλούς. Η ταινία της Κατερίνας Φιλιώτου «Ελα να σου πω...» που την κάναμε πάλι ως κάτι δικό μας και ξαφνικά βραβεύθηκε στο Κλερμόν - Φεράν και έγινε μια από τις πιο πετυχημένες ταινίες μικρού μήκους. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, το «Ενα Τραγούδι Δεν Φτάνει» με όλο το βάρος του πρωταγωνιστικού ρόλου. Η «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα, η πρώτη στιγμή που με έβλεπαν στον δρόμο και με αναγνώριζαν. Μετά η «Μικρή Αρκτος» μια τόσο δύσκολη και συναρπαστική ταινία. Και ο κύριος Μπρεδήμας, η συμμετοχή μου στην «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά». Ολες αυτές ήταν ταινίες που εγώ συμμετείχα ως ηθοποιός, δεν γνώριζα ποτέ τη μεγάλη εικόνα που είχαν στο μυαλό τους οι σκηνοθέτες τους. Αλλά μέσα μου το ήξερα πως κάθε φορά κάναμε κάτι σημαντικό.
Η σειρά βιβλίων με ήρωα τον Χάρι Πότερ δεν είναι καθόλου παιδική, είναι απόλυτα ενήλικη λογοτεχνία και ο λόγος για τον οποίο είναι ενήλικη είναι ο εξής. Και αυτή είναι και η απάντησή μου για την Αριστερά. Στα βιβλία υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις. Από τη μία μεριά έχουμε το κομμάτι του Σκότους, το οποιό είναι ενιαίο, σύμμαχο μεταξύ των διαφορετικών εκφάνσεών του και είναι ένα σταθερό μπλοκ. Από την άλλη μεριά, το κομμάτι του Φωτός είναι διαιρεμένο, κατατρύχεται από μικρότητες και συμφέροντα. Το συμπαγές είναι το Σκοτάδι. Και δυστυχώς το Φως δεν θα μπορέσει ποτέ να το νικήσει ενωμένο. Αυτή η είναι η ιστορία της Αριστεράς.»
Νιώθεις το ίδιο «ξένος» και μέσα στην κοινωνία;
Το νιώθω αλλά δεν είναι κάτι μου αρέσει. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει. Δεν πιστεύω ότι είμαι φρικιό. Πιστεύω ότι είμαι ένας απόλυτα φυσιολογικός άνθρωπος, και αναρωτιέμαι γιατί όλοι οι άλλοι οδηγούν στο αντίθετο ρεύμα.
Πολιτικά ανήκεις στο χώρο της Αριστεράς, όπως έχεις πει πολλές φορές. Μιλήσαμε για την άνοδο του φασισμού και της ακροδεξιάς παγκοσμίως. Πως βλέπεις αυτά τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα και προς τα που βλέπεις να πηγαίνει και η Αριστερά;
Είμαι κομμουνιστής. Αυτό δεν αλλάζει. Γενικά νιώθω μια ντροπή. Μια ντροπή για τη χώρα μου. Μια ντροπή για την Ευρώπη. Ντροπή, ντροπή, ντροπή... Και δεν μπορώ να καταλάβω πως είναι δυνατόν οι άνθρωποι να ζουν χωρίς ντροπή. Για την Αριστερά, θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα λογοτεχνικό και κινηματογραφικό. O λόγος για τον οποίο ο Χάρι Πότερ είναι τόσο σημαντικό βιβλίο... Τις ταινίες τις είδα αργότερα, γιατί αρχικά είχα ενθουσιαστεί με τα βιβλία, περίμενα πότε θα βγει το επόμενο και κάθε φορά ενθουσιαζόμουν πιο πολύ. Ο κόσμος με ρωτούσε με απορία τι ήταν αυτό που μου άρεσε σε ένα παιδικό βιβλίο. Καταρχάς δεν είναι καθόλου παιδική, είναι απόλυτα ενήλικη λογοτεχνία και ο λόγος για τον οποίο είναι ενήλικη είναι ο εξής. Και αυτή είναι και η απάντησή μου για την Αριστερά. Στα βιβλία υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις. Από τη μία μεριά έχουμε το κομμάτι του Σκότους, το οποιό είναι ενιαίο, σύμμαχο μεταξύ των διαφορετικών εκφάνσεών του και είναι ένα σταθερό μπλοκ. Από την άλλη μεριά, το κομμάτι του Φωτός είναι διαιρεμένο, κατατρύχεται από μικρότητες και συμφέροντα. Το συμπαγές είναι το Σκοτάδι. Και δυστυχώς το Φως δεν θα μπορέσει ποτέ να το νικήσει ενωμένο. Αυτή η είναι η ιστορία της Αριστεράς.
Ξέρουμε ότι αγαπάς την country μουσική, παίζεις κιόλας country μουσική κατά καιρούς με συγκροτήματα. Λίγες μέρες πριν πέθανε η Ντόλι Πάρτον. Τι είναι αυτό που σε ελκύει στη μουσική και την κουλτούρα της country;
Ολα ξεκινούν από τα άλογα. H ζωή μου είναι συνδεδεμένη με την κουλτούρα αυτή. Αλλά υπάρχει κάτι πολύ ενδιαφέρον στην country μουσική που κάποιος συστημικός ερευνητής θα έπρεπε να το αναλύσει και έχει να κάνει με αυτά που λέγαμε παραπάνω περί ενότητας. Αντίθετα με τα blues που είναι κατεξοχήν αριστερά, στην country συναντάς τα δύο άκρα: και τον Κρις Κριστόφερσον, τον Γούίλι Νέλσον, αντισυστημικούς δηλαδή τραγουδοποιούς και από την άλλη την Αμερική που απεχθανόμαστε. Ο θάνατος της Ντόλι Πάρτον έδειξε ακριβώς αυτήν την ευθεία γραμμή που ενώνει δύο διαφορετικούς κόσμους, όλοι την αγάπησαν και όλοι τη θρήνησαν, κι ας ήταν μια ανεξάρτητη, προοδευτική γυναίκα. Είναι ενδεικτικό για την Αμερική.
Η «Κότα» του Γκιόργκι Πάλφι βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου σε διανομή της Feelgood Entertainment.
