Μπορεί, το 1987, αυτή να ήταν η πρώτη ταινία του Αμπάς Κιαροστάμι (η πρώτη, όπως φάνηκε στην πορεία, της «τριλογίας του Κοκέρ» που συμπλήρωσαν τα «Και η Ζωή Συνεχίζεται...» και «Μέσα στους Ελαιώνες»), που μετέφερε το όνομά του εκτός του Ιράν, αρχίζοντας να του προσφέρει διεθνή αναγνώριση, όμως όλα τα στοιχεία του σπουδαίου σινεμά του βρίσκονται εδώ, σε μια μικρή, ιερή, λεπτεπίλεπτη παραβολή.

Η περιοχή του Βόρειου Ιράν είναι αραιοκατοικημένη - και στους οικισμούς που υπάρχουν, τα σπίτια καταρρέουν, παρά τις καλοφτιαγμένες ξύλινες πόρτες και τα δαιδαλώδη στενάκια με τα ακανόνιστα σκαλοπάτια. Εκεί περνάμε ένα πρωινό στο τοπικό σχολείο. Ο δάσκαλος είναι αυστηρός: τα τετράδια πρέπει να είναι καλογραμμένα και περιποιημένα, όποιος δεν τα προσέχει ή τα ξεχνά, σαν τον μικρό Ρεζά Νεματσαντέχ (πόσο οικείο θα γίνει αυτό το όνομα ως το τέλος, από τις πολλές, αγωνιώδεις επαναλήψεις του), που αν ξαναέρθει στην τάξη χωρίς τετράδιο, θα αποβληθεί. Τι δράμα για τον εξίσου μικρό Αχμέντ, όταν συνειδητοποιήσει ότι, γυρίζοντας σπίτι από το σχολείο, έχει κατά λάθος πάρει μαζί του και το τετράδιο του Ρεζά. Απελπισία! Πρέπει οπωσδήποτε να του το επιστρέψει εγκαίρως, παρότι μένει σε διαφορετικό χωριό, η μητέρα του τον στέλνει στον φούρνο, ο παππούς του τον στέλνει για τσιγάρα, πρέπει να κάνει τα μαθήματά του και κανείς δεν τον βοηθά. 

Αυτό που ένα αγόρι μπορεί ν' αντιμετωπίζει ως θρίλερ, ένας μεγάλος αντιμετωπίζει με αδιαφορία κι εκεί βρίσκεται ο ορισμός του κυνισμού, ή της πικρίας της ηλικίας. Ενα μικρό λουλούδι στον πέτρινο τοίχο είναι τα αισθήματα του Αχμέντ κι η ταινία ολόκληρη, μια ήσυχη πράξη επανάστασης ενάντια στην παράδοση, την καταπίεση, τη σκληρότητα. Μια ταινία 80 λεπτών που συνοψίζει όχι μόνο το χάσμα μιας χώρας, αλλά και τη μεγαλειώδη απλότητα ενός σοφού δημιουργού.»

Αυτό είναι το εκπληκτικό οδοιπορικό της ταινίας, η διαδρομή του Αχμέντ, βιαστική και μυστική, στο παραπάνω χωριό, το Ποστέχ. Ενας μικροσκοπικός πιτσιρίκος, με ταλαιπωρημένα ρούχα, ολοκάθαρο πρόσωπο και αγχωμένο βλέμμα, πηγαίνει με τα πόδια στο χωριό του φίλου του, που δεν είναι καν φίλος του, γιατί αισθάνεται ευθύνη. Ανεβοκατεβαίνει σιωπηλά και γρήγορα τον δρόμο, ζιγκ ζαγκ πάνω στον λόφο, περνώντας το μοναδικό φουντωτό δέντρο, φτάνει στο χωριό κι αρχίζει να ρωτά τους ντόπιους - μα κανείς δεν ξέρει να του απαντήσει. Ενα μικρό ανθρωπάκι σ' ένα τεράστιο τοπίο. Και, μέσα από τις συναντήσεις του και τις βιαστικές (ή τρυφερά φλύαρες) συζητήσεις του, καταγράφονται, μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, τα ήθη, οι αρχές της εποχής και της περιοχής, η αγροτική ζωή, η φτώχεια, οι αναμνήσεις (του πικραμένου, οδυνηρά αργού σιδερά που θέλει τόσο να μοιραστεί με κάποιον, έστω με το πιτσιρίκι, την ομορφιά της τέχνης του που πια έχει παρέλθει).

Με πολύ απλό λόγο στο σενάριο, φυσικά με ερασιτέχνες ηθοποιούς και με μια σκηνοθεσία ταυτόχρονα αόρατη και τόσο επιμελημένη, ο Κιαροστάμι καταγράφει έναν αγώνα του μικρού απέναντι στο μεγάλο. Στην κάθε στροφή του ζιγκ ζαγκ δρόμου, στο κάθε καλντερίμι και μπαλκόνι, μια ανθρώπινη ιστορία που συγκινεί αθόρυβα. Οι ερωτήσεις του Αχμέντ που δεν απαντώνται ποτέ - γιατί οι μεγάλοι έχουν τα δικά τους και δεν ασχολούνται με παιδικές ερωτήσεις, όσο φλέγουσες κι αν είναι αυτές. Κι ένα χιούμορ υπόγειο, γλυκό και χαριτωμένο, που αποδεικνύει με πόση αγάπη ο Ιρανός σκηνοθέτης αντιμετωπίζει το δράμα του.

Αυτό που ένα αγόρι μπορεί ν' αντιμετωπίζει ως θρίλερ, ένας μεγάλος αντιμετωπίζει με αδιαφορία κι εκεί βρίσκεται ο ορισμός του κυνισμού, ή της πικρίας της ηλικίας. Ενα μικρό λουλούδι στον πέτρινο τοίχο είναι τα αισθήματα του Αχμέντ κι η ταινία ολόκληρη, μια ήσυχη πράξη επανάστασης ενάντια στην παράδοση, την καταπίεση, τη σκληρότητα. Μια ταινία 80 λεπτών που συνοψίζει όχι μόνο το χάσμα μιας χώρας, αλλά και τη μεγαλειώδη απλότητα ενός σοφού δημιουργού.