«Καινούργια Mέρα».

Αυτός είναι ο τίτλος της νέας ταινίας του Spider-Man και δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστή ονομασία για έναν ήρωα που έχει αναγκαστεί να αφήσει πίσω του ολόκληρη τη ζωή του. Το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel βρίσκεται εδώ και αρκετό καιρό σε μια περίοδο αναζήτησης, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για ανανέωση και στη συνήθεια να επιστρέφει διαρκώς στις ίδιες αφηγηματικές ασφαλείς λύσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η νέα περιπέτεια του Πίτερ Πάρκερ έρχεται να υπενθυμίσει πως, όσο κι αν μεγαλώνει το σύμπαν γύρω του, ο Spider-Man παραμένει ένας ήρωας που λειτουργεί καλύτερα όταν η ιστορία του ξεκινά από κάτι βαθιά ανθρώπινο και όχι από μια ακόμη κοσμική απειλή.

Η μεγαλύτερη πρόκληση που είχε μπροστά του ο Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον (ο σκηνοθέτης του «Ο Shang-Chi και ο Θρύλος των Δέκα Δαχτυλιδιών» πέντε χρόνια πριν) δεν ήταν να σκηνοθετήσει μερικές ακόμη εντυπωσιακές σκηνές δράσης, αλλά να δώσει ουσιαστικό νόημα στις συνέπειες του τέλους του «No Way Home». Ενας άνθρωπος που έχει διαγραφεί από τη μνήμη όλων δεν καλείται απλώς να φορέσει ξανά τη στολή του ήρωα, αλλά να ανακαλύψει από την αρχή ποιος είναι όταν κανείς δεν θυμάται την ύπαρξή του. Εκεί βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα της ταινίας και ευτυχώς αποτελεί τον άξονα πάνω στον οποίο χτίζεται το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης, ακόμη κι αν δεν αξιοποιείται πάντοτε με την τόλμη που θα περίμενε κανείς.

Εχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τα γεγονότα της ταινίας «No Way Home» και ο Πίτερ είναι πλέον ένας ενήλικας που ζει εντελώς μόνος, έχοντας εθελοντικά εξαφανιστεί από τη ζωή και τις αναμνήσεις των ανθρώπων που αγαπά. Καταπολεμώντας το έγκλημα σε μια Νέα Υόρκη που δεν γνωρίζει πλέον το όνομά του, έχει αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην προστασία της πόλης του — ως Spider-Man πλήρους απασχόλησης — αλλά καθώς οι απαιτήσεις προς αυτόν μεγαλώνουν, η πίεση πυροδοτεί μια εκπληκτική φυσική εξέλιξη που απειλεί την ύπαρξή του, την ίδια στιγμή που ένα παράξενο νέο μοτίβο εγκλημάτων δημιουργεί μία από τις πιο ισχυρές απειλές που έχει αντιμετωπίσει ποτέ.

Η σκηνοθεσία του Κρέτον αποδεικνύει ότι γνωρίζει καλά πως ο Spider-Man δεν χρειάζεται να εντυπωσιάζει μόνο όταν αιωρείται ανάμεσα στους ουρανοξύστες. Οι πιο ουσιαστικές στιγμές του φιλμ είναι εκείνες στις οποίες η κάμερα μένει κοντά στον Πίτερ και παρακολουθεί τη μοναξιά, την αμηχανία και την αδυναμία του να συνδεθεί ξανά με ανθρώπους που κάποτε αποτελούσαν ολόκληρο τον κόσμο του. Ο Κρέτον αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την υπερκινητικότητα που χαρακτηρίζει αρκετές παραγωγές της Marvel και επιλέγει μια πιο συγκρατημένη σκηνοθετική προσέγγιση, επιτρέποντας στο ανθρώπινο στοιχείο να παραμένει στο επίκεντρο της αφήγησης. Ακόμη και στις σκηνές δράσης, η κάμερα ενδιαφέρεται περισσότερο για τον άνθρωπο που βρίσκεται κάτω από τη μάσκα παρά για το θέαμα καθαυτό, γεγονός που προσδίδει στις συγκρούσεις μεγαλύτερη δραματική βαρύτητα.

Διαβάστε ακόμα: Αυτός θα είναι ο νέος «Black Panther»

Ο Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον παραδίδει μια ταινία που μπορεί να μην ανατρέπει τους κανόνες του MCU ούτε να φτάνει το συναισθηματικό αποτύπωμα των καλύτερων στιγμών του ήρωα, όμως επαναφέρει στο προσκήνιο τον πυρήνα που έκανε τον Πίτερ Πάρκερ τόσο αγαπητό εδώ και δεκαετίες. Μια ιστορία για τη μνήμη, την απώλεια, την ταυτότητα και τη δύσκολη διαδικασία του να ξεκινά κανείς ξανά, ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.»

Αυτό που δίνει στο σενάριο, το οποίο ακολουθεί έναν δρόμο αρκετά πιο ώριμο από εκείνον των προηγούμενων ταινιών,την βαρύτητά που χρειάζεται για ξεχωρίσει και να σταθεί με ανάστημα από τις τελευταίες προσθήκες στο είδος των υπερηρωικών ταινιών, είναι ότι δείχνει να επιμένει στην ιδέα ότι η ηρωική ιδιότητα δεν εξαφανίζει το τραύμα ούτε προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Ο Πίτερ προσπαθεί να αποδεχθεί ότι η μεγαλύτερη θυσία του δεν ήταν να νικήσει έναν αντίπαλο αλλά να αποχωριστεί κάθε προσωπικό δεσμό που τον όριζε ως άνθρωπο.

Αυτή η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία να αποκτήσει ξανά μια φυσιολογική ζωή και στην υποχρέωση να προστατεύει τους άλλους αποτελεί το πιο ενδιαφέρον ψυχολογικό στοιχείο της ταινίας. Η αφήγηση, ωστόσο, δεν κατορθώνει πάντα να διατηρήσει αυτή την ισορροπία, καθώς σε αρκετά σημεία υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη να υπηρετήσει το ευρύτερο κινηματογραφικό σύμπαν, εισάγοντας αφηγηματικές διακλαδώσεις που αποσπούν την προσοχή από τον βασικό πυρήνα της ιστορίας.

Οι ερμηνείες είναι εκείνες που κρατούν την ταινία σταθερά προσγειωμένη. Ο Τομ Χόλαντ προσφέρει ίσως την πιο εσωτερική και ώριμη εκδοχή του χαρακτήρα από τότε που φόρεσε για πρώτη φορά τη στολή του Spider-Man. Δεν στηρίζεται στις εύκολες κωμικές εξάρσεις ούτε επιχειρεί να μετατρέψει τον ήρωα σε μια ασταμάτητη μηχανή ατάκας, αλλά προτιμά να χτίσει έναν άνθρωπο που κουβαλά συνεχώς το βάρος των επιλογών του. Η ερμηνεία του έχει μέτρο, ευαισθησία και μια διακριτική μελαγχολία που συνοδεύει σχεδόν κάθε σκηνή.

Η Ζεντάγια, ακόμη και με περιορισμένο χρόνο παρουσίας, επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι αποτελεί τον σημαντικότερο συναισθηματικό αντίβαρο του πρωταγωνιστή. Η σχέση των δύο χαρακτήρων δεν βασίζεται σε εύκολους ρομαντικούς συμβιβασμούς αλλά στην αίσθηση μιας χαμένης οικειότητας που εξακολουθεί να υπάρχει, ακόμη κι όταν η μνήμη έχει σβήσει κάθε κοινή ανάμνηση. Αυτή η λεπτή ισορροπία δίνει στις κοινές τους σκηνές μια συγκινητική αλήθεια που δύσκολα συναντά κανείς σε ταινίες του είδους.

Παρά τις αρετές του, το «Spider-Man: Καινούργια Mέρα» δεν κατορθώνει να ξεφύγει ολοκληρωτικά από τις γνωστές αδυναμίες της σύγχρονης Marvel. Ορισμένες αφηγηματικές επιλογές μοιάζουν να υπαγορεύονται περισσότερο από τις ανάγκες των επόμενων κεφαλαίων του MCU παρά από τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης ιστορίας, με αποτέλεσμα ο ρυθμός να παρουσιάζει μικρές διακυμάνσεις και κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες να εγκαταλείπονται πριν αποκτήσουν το βάθος που τους αξίζει. Είναι εμφανές ότι η ταινία θέλει να είναι ταυτόχρονα ένα προσωπικό δράμα και ένα μεγάλο blockbuster και, παρότι πλησιάζει αρκετές φορές τον στόχο της, δεν κατορθώνει πάντοτε να συνδυάσει αρμονικά αυτές τις δύο όψεις.

Ομως βλέποντας την υπάρχει μια διάχυτη υπενθύμιση πως ο Spider-Man εξακολουθεί να ξεχωρίζει από τους περισσότερους υπερήρωες επειδή η δύναμή του δεν βρίσκεται στις υπερφυσικές ικανότητές του αλλά στην επιμονή του να παραμένει άνθρωπος ακόμη και όταν όλα γύρω του τον ωθούν να γίνει κάτι διαφορετικό. Ο Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον παραδίδει μια ταινία που μπορεί να μην ανατρέπει τους κανόνες του MCU ούτε να φτάνει το συναισθηματικό αποτύπωμα των καλύτερων στιγμών του ήρωα, όμως επαναφέρει στο προσκήνιο τον πυρήνα που έκανε τον Πίτερ Πάρκερ τόσο αγαπητό εδώ και δεκαετίες. Μια ιστορία για τη μνήμη, την απώλεια, την ταυτότητα και τη δύσκολη διαδικασία του να ξεκινά κανείς ξανά, ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.

Διαβάστε ακόμα: Ο Deadpool διεκδικεί μια θέση στους Avengers