Μια μοναχική μοδίστρα, μια βαλίτσα με άγνωστο περιεχόμενο και ένα τροχαίο που ανοίγει μπροστά της τρεις διαφορετικούς δρόμους. Το «Sew Torn» του Φρέντι ΜακΝτόναλντ ξεκινά σαν ένα παράξενο παιχνίδι πάνω στις συνέπειες των επιλογών και σύντομα μετατρέπεται σε μια μαύρη κωμωδία εγκλήματος, όπου κλωστές, βελόνες και παγίδες αντικαθιστούν τα συνηθισμένα όπλα.

Η Μπάρμπαρα έχει κληρονομήσει από τη νεκρή μητέρα της ένα μικρό ραφείο σε ένα σχεδόν έρημο ελβετικό χωριό. Ζει μόνη, έχει ελάχιστους πελάτες και μοιάζει ακόμη παγιδευμένη στο πένθος της. Στο σπίτι της, πολύχρωμες κλωστές απλώνονται από το ταβάνι σαν ιστός, ανάμεσα σε φωτογραφίες της μητέρας της, ενώ τραβώντας τες ενεργοποιούνται παλιές ηχογραφήσεις της. Είναι ένα όμορφο και κάπως αλλόκοτο εύρημα, που μετατρέπει το σπίτι σε ένα ιδιότυπο μνημείο μνήμης και προϊδεάζει για τον ιδιαίτερο κόσμο της ταινίας.

Ολα ξεκινούν από ένα φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό. Μετά από μια δυσάρεστη επίσκεψη σε μια ιδιότροπη πελάτισσα, η Μπάρμπαρα συναντά στον δρόμο ένα τροχαίο. Δύο τραυματισμένοι άντρες βρίσκονται δίπλα σε μια μηχανή και μια κλειδωμένη βαλίτσα.

«Choices, choices, choices», επαναλαμβάνει η αφήγηση, καθώς η ταινία επιστρέφει στο ίδιο περιστατικό για να εξετάσει τρεις διαφορετικές αποφάσεις: να διαπράξει το τέλειο έγκλημα, να καλέσει την αστυνομία ή να φύγει.»

Η ιδέα θυμίζει αναπόφευκτα το «Τρέξε Λόλα Τρέξε», όχι όμως τόσο επειδή οι ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα, όσο επειδή μια μικρή αλλαγή στην επιλογή της ηρωίδας μεταμορφώνει ολόκληρη την πορεία της. Κάθε εκδοχή λειτουργεί σαν ξεχωριστό μικρού μήκους επεισόδιο, με διαφορετικές συναντήσεις, παγίδες και καταλήξεις. Η πρώτη οδηγεί την Μπάρμπαρα σε ένα παιχνίδι επιβίωσης, η δεύτερη στην αστυνομία και η τρίτη σε μια προσπάθεια να αφήσει πίσω της όσα συνέβησαν.

Το πρόβλημα είναι πως, μετά την αρχική περιέργεια, οι διαφορετικές διαδρομές δεν εμπλουτίζουν ουσιαστικά η μία την άλλη. Η πρωταγωνίστρια παραμένει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη, ενώ οι επιλογές της δεν οδηγούν σε κάποια ουσιαστική εξέλιξη του χαρακτήρα της, με την ταινία να επιστρέφει διαρκώς στην ίδια βασική συνθήκη, αλλάζοντας απλώς την έκβασή της, με το αφηγηματικό εύρημα να χάνει σταδιακά τη δυναμική του.

Το πιο ιδιαίτερο στοιχείο της είναι χωρίς αμφιβολία είναι ο τρόπος με τον οποίο η Μπάρμπαρα αξιοποιεί την τέχνη της. Οι κλωστές, οι βελόνες, τα καρούλια και οι κόμποι μετατρέπονται σε αυτοσχέδια εργαλεία διαφυγής και παγίδες. Η μοδίστρα αποδεικνύεται εξαιρετικά επιδέξια στο να στήνει μηχανισμούς με κλωστές, να τραβά αντικείμενα από απόσταση, να αρπάζει κλειδιά ή να απομακρύνει όπλα. Είναι ένα εύρημα που στην αρχή έχει πραγματική φαντασία και δίνει στην ταινία μια προσωπική ταυτότητα.

Οσο όμως πληθαίνουν οι μηχανισμοί, τόσο η ιδέα αρχίζει να μοιάζει με αυτοσκοπό. Η Μπάρμπαρα χρησιμοποιεί την κλωστή σχεδόν σαν υπερδύναμη, σε καταστάσεις που απαιτούν όλο και πιο απίθανες αλυσίδες ενεργειών. Η ταινία ζητά από τον θεατή να αποδεχτεί αυτούς τους μηχανισμούς χωρίς να έχει αποφασίσει αν θέλει να κινηθεί στον χώρο της μαύρης κωμωδίας, της φαντασίας ή ενός πιο ρεαλιστικού εγκληματικού δράματος.

Το αποτέλεσμα είναι συχνά περισσότερο ευρηματικό παρά πραγματικά διασκεδαστικό.»

Η ίδια αστάθεια υπάρχει και στο ύφος. Εντονα χρώματα, παιχνιδιάρικη μουσική, ασυνήθιστες γωνίες λήψης και απότομες εναλλαγές πλάνων δημιουργούν έναν κόσμο σχεδόν καρτουνίστικο, την ώρα που η ιστορία περιλαμβάνει πτώματα, τραυματισμούς και εγκληματικές συμφωνίες. Η αντίθεση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μαύρο χιούμορ, όμως η ταινία συχνά μοιάζει περισσότερο να επιδεικνύει το παράξενο ύφος της παρά να το χρησιμοποιεί για να ενισχύσει την ιστορία.

Κι ενώ η Μπάρμπαρα έχει ένα ενδιαφέρον υπόβαθρο, η ταινία δεν εμβαθύνει πραγματικά στους λόγους που την οδηγούν σε μια τόσο ακραία απόφαση. Η ερώτηση που θέτει στην αρχή, αν οι πράξεις ενός απελπισμένου ανθρώπου είναι δικαιολογημένες ή απλώς κατακριτέες, θα μπορούσε να γίνει ο ουσιαστικός πυρήνας της ιστορίας. Αντί γι’ αυτό, παραμένει περισσότερο ένα σχόλιο πάνω στη δομή της παρά ένα ερώτημα που εξελίσσεται μαζί με την ηρωίδα.

Ακόμη και ο κόσμος γύρω της μοιάζει περισσότερο κατασκευασμένος για τις ανάγκες της πλοκής παρά πραγματικά κατοικημένος. Το ελβετικό χωριό είναι σχεδόν άδειο, οι περαστικοί απουσιάζουν και οι περισσότεροι χαρακτήρες εμφανίζονται κυρίως για να οδηγήσουν την Μπάρμπαρα στο επόμενο εμπόδιο. Οι διάλογοι είναι περιορισμένοι και τα κίνητρα αρκετών προσώπων παραμένουν ασαφή, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη συναισθηματική εμπλοκή.

Υπάρχει, ωστόσο, μια ξεκάθαρη γοητεία στην ιδιοσυγκρασία της ταινίας.»

Το «Sew Torn» έχει μια πολύ συγκεκριμένη εικαστική ταυτότητα και μια βασική ιδέα που θα μπορούσε να λειτουργήσει εξαιρετικά σε μικρότερη διάρκεια. Ως μεγάλου μήκους, όμως, η επανάληψη των τριών εκδοχών και η διαρκής επιστροφή στα ίδια τεχνάσματα αποδυναμώνουν σταδιακά την αρχική της φρεσκάδα.

Είναι από εκείνες τις ταινίες όπου η σύλληψη είναι πιο ενδιαφέρουσα από την τελική εκτέλεση. Εχει φαντασία, ιδιαίτερη αισθητική και ένα ενδιαφέρον κεντρικό εύρημα, αλλά οι χαρακτήρες παραμένουν επίπεδοι και η ιστορία δεν φτάνει ποτέ στα άκρα που θα μπορούσε να της επιτρέψει η ίδια η φόρμα της. Αυτό που στην αρχή μοιάζει με ένα ευφάνταστο παιχνίδι πάνω στις επιλογές καταλήγει να γίνεται ένα παιχνίδι που επαναλαμβάνει υπερβολικά συχνά τους ίδιους κανόνες.