Ανεξάντλητο είναι ακόμα το μυθιστόρημα της Τζέιν Οστεν, βρίσκοντας εδώ, τριάντα χρόνια μετά τη διασκευή του Ανγκ Λι, τη γεμάτη ενέργεια και κυνισμό, μια πιο απλή, ελαφρώς πιο σύγχρονη ως προς το art direction, αλλά και πιο μονοδιάστατη εκδοχή του.
Η οικογένεια των Ντάσγουντ, η αλαφροΐσκιωτη μητέρα και οι τρεις κόρες της, βρίσκονται σε ανάγκη σωτηρίας αλλά και ανεύρεσης γαμπρών, κατά προτίμηση πλούσιων, όταν ο κύριος Ντάσγουντ πεθαίνει και, βάσει εθιμοτυπικού πατριαρχίας, τις αφήνει χωρίς σπίτι και με θαμπό μέλλον, στη βρετανική εξοχή (και το Λονδίνο) την εποχή της Αντιβασιλείας.
Η καταπίεση της γυναίκας στο επίκεντρο, οι οικογενειακοί δεσμοί στην περιφέρεια και στο κέντρο μια πλοκή και κάποιοι διάλογοι που λάμπουν με σπιρτόζικο χιούμορ και υπαρξιακή μελαγχολία.»
Η Βρετανίδα Τζόρτζια Οκλεϊ, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της μετά το υπέροχο «Blue Jean», επιλέγει να μείνει πιστή στο μυθιστόρημα, δίνοντάς του όμως μια πιο απελευθερωμένη, απαλλαγμένη από σφιχτούς κορσέδες και αμπίρ ζώνες, εικόνα στα καταπληκτικά κοστούμια της Γκρέις Σνελ (του «Souvenir» και του «Pillion») και το ρεαλιστικό(τερο) σκηνογραφικό αλλά και στους πιο απλουστευμένους, εύστοχα, διαλόγους που πείθουν ως κοριτσίστικες ανησυχίες και φιλοδοξίες.
Η καταπίεση της γυναίκας στο επίκεντρο, οι οικογενειακοί δεσμοί στην περιφέρεια και στο κέντρο μια πλοκή και κάποιοι διάλογοι που λάμπουν με σπιρτόζικο χιούμορ και υπαρξιακή μελαγχολία.
Οι ερμηνείες είναι άνισες (πάντα άγευστη η Ντέιζι Εντγκαρ-Τζόουνς, δυνατή η Εσμε Κριντ-Μάιλς, πετυχημένοι οι ανδρικοί ρόλοι και ειδικά ο Εντουαρντ Φέραρς του Τζορτζ ΜακΚέι) και το ίδιο το έργο δεν αναδεικνύεται σε τίποτα περισσότερο από μια απλή μεταφορά: ούτε πιο σύγχρονο, ούτε πιο ηχηρό φεμινιστικά, ούτε πιο αιχμηρό ή επίκαιρο.
Είναι, ωστόσο, τέτοια η γοητεία της ιστορίας και των χαρακτήρων και τόση η ομορφιά του τοπίου και των φωτισμένων με κεριά σαλονιών που, πέρα από τη λογική και χωρίς τεράστια ευαισθησία, η ταινία κυλά χαριτωμένα και δεν προδίδει μια έξοδο του σαββατοκύριακου.

