Ο Φερνάντο, καθηγητής γεωγραφίας στο πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, αγαπά τους χάρτινους χάρτες κι εξηγεί στους μαθητές του γιατί τους ζωγραφίζει από μικρός: του δίνουν ανακούφιση γιατί οργανώνουν το σύνθετο, απέραντο, χάος που είναι ο κόσμος μας. Αλλά και σωστή κλίμακα - εκτάσεων, αποστάσεων, συνόρων. Ενα στίγμα στο χάρτη είναι το σπίτι μας. Ή όχι;
Ολα κλονίζονται όταν η Μιλένα, η εδώ κι 8 χρόνια Σέρβα γυναίκα του, τον εγκαταλείπει - εξαφανίζεται χωρίς ένα σημείωμα, μία εξήγηση, μία διεύθυνση στη χώρα της για να την αναζητήσει. «Δε θα ψάξω κάποιον που δε θέλει να βρεθεί» αποφασίζει, ενώ παράλληλα όμως δεν τον χωράει πια το σπίτι του(ς). Το στίγμα στο χάρτη και μέσα του μετακινήθηκε - βρίσκεται ξαφνικά μετέωρος.
Καταφεύγει στη γειτονική Πορτογαλία, ένα ταξίδι αναψυχής με ένα κρυμμένο τραύμα, όπου συναντά τυχαία τον Μανουέλ, έναν κηπουρό που τον κερνά πόρτο γιατί φεύγει - βρήκε δουλειά σε μία φάρμα στο Βορρά, στο αρχαίο χωριό Πόντε ντε Λίμα. Ενα γύρισμα της τύχης όμως βρίσκει τον Φερνάντο να παίρνει τη θέση και την ταυτότητα του Μανουέλ. Ενα ψέμα που αρχικά του δίνει σκοπό, προορισμό και ανακουφιστικό καταφύγιο. Σταδιακά όμως, τον δένει με την φάρμα και την Ιστορία της, τον κήπο και τα δέντρα του, την ιδιοκτήτρια και την εναλλακτική οικογένεια των φίλων που έχει δημιουργήσει κάτω από αυτή τη στέγη.
Με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της, η Αβελίνα Πρατ συνεχίζει να ιχνηλατεί τις θεματικές του κινηματογραφικού της χάρτη. Αναζητά τις απαντήσεις για το τι ορίζει το σπίτι μας, την ταυτότητά μας, την εθνικότητά μας, της θέση μας σε αυτό τον κόσμο. Οπως και στο «Vasil», οι άνθρωποι μετακινούνται (τόσο ως οικονομικοί μετανάστες, όσο κι ως χαμένες ψυχές), πολλές φορές εκδιώκονται βίαια, αναζητούν ασφάλεια σε άλλους τόπους. Κι άλλες νιώθουν ότι δεν τους χωράει ο τόπος. Η κλίμακα του χάρτη τους ανοίγει και κλείνει ανάλογα με το εσωτερικό τους κενό.
Εδώ η αναζήτηση του «ανήκειν», οι χαμένες αλλά και οι κλεμμένες πατρίδες (οξυδερκής η ιστορία του τραύματος της αποικιοκρατίας) και οι μετέωροι άνθρωποι (φίλοι της ιδιοκτήτριας παίζουν χαρτιά τζογάροντας επιθυμίες κι όχι χρήματα) συναντούν τον συμβολισμό ενός τροπικού κήπου που υπόσχεται να δώσει ρίζες στον ξεριζωμό τους.
Με ένα σενάριο που θέλει να στηρίξει έντονα την οικειοποίηση μιας ψεύτικης ταυτότητας για να ζήσεις μία αληθινή ζωή, κάποιες αφηγηματικές συμπτώσεις μοιάζουν βεβιασμένες και υπερβολικές. Ομως αν κανείς αφεθεί στην ευαισθησία της συμβολικής παραβολής και συντονιστεί με την μελαγχολία των ηρώων, η ιστορία θα τον κρατήσει συνδεδεμένο. Σ' αυτή την σύνδεση επενδύει η Πρατ, καλλιεργώντας με υπομονετικούς ρυθμούς τον αφηγηματικό της κήπο - φυτεύοντας ιδέες, ποτίζοντας με βλέμματα, κλαδεύοντας τους μελαγχολικούς διαλόγους με μεστές σιωπές, ζεσταίνοντας τη θλίψη με φυσικό φως και στερεώνοντας τους βλαστούς της ιστορίας της στις γήινες, διακριτικές, αλλά στιβαρές ερμηνείες των ηθοποιών της.
Τρυφερή, ανθρώπινη, υπόκωφη, στοχαστική, απέριττη, με ένα χώμα που ξεκάθαρα έχει μπολιάσει το σινεμά του Ρομέρ, του Ερίθε και του Σάουρα, η Φάρμα της Πρατ δεν δίνει σαφείς απαντήσεις, αλλά σε φιλοξενεί για όσο θέλεις να τις ψάξεις. Θυμίζοντάς μας ότι μερικές φορές χρειάζεται να χαθείς για να βρεις τον δρόμο προς τον εαυτό σου.

