Το «Fury» πρέπει να ήταν εξαίρεση στην καριέρα του Ντέιβιντ Αγιερ, του σεναριογράφου του «Training Day» και σκηνοθέτη του «Suicide Squad», της «Περιπολίας», του «Μελισσοκόμου» και του «Ενας Απλός Ανθρωπος» με τον Τζέισον Στέιθαμ. Εκείνη η ταινία, με τον Μπραντ Πιτ πρωταγωνιστή και πάλι, ήταν η μόνη αληθινά αντιπολεμική, ανθρωπιστική, μετρημένη. Με το «Στην Καρδιά του Κτήνους», ο σκηνοθέτης επιστρέφει με πίστη στο αμερικανικό ηρωικό ιδεώδες, χωρίς, μάλιστα, να θεωρεί ότι κάνει μια ταινία που, αν όχι φιλοπόλεμη, τουλάχιστον έχει αφομιώσει τη σύγχρονη αμερικανική ηγεμονική τάση.
Ηρωες της ταινίας δύο, ο Τζέιμς και ο σκύλος του, ο Οντιν. Με τον οποίο ο Τζέιμς περνά, μόνος από ανθρώπινη συντροφιά, χρόνο στην Αλάσκα, μ' ένα ανεμόπτερο, μια σκηνή και τα βασικά αναγκαία επιβίωσης. Κι επίσης τον «Δρόμο» του Κόρμακ ΜακΚάρθι στον οποίο η κάμερα κάνει κοντινό για να μην μας ξεφύγει ότι ο Τζέιμς είναι σκεπτόμενος.
Σκληροτράχηλος ο Τζέιμς, είναι απόστρατος βετεράνος όπως βλέπουμε σε φλας μπακ. Στο πεδίο της μάχης ριχνόταν μαζί με τον Οντιν, σκυλί του πολέμου αυτός, ο οποίος στον πόλεμο έχασε το ένα του πόδι (περπατά με πρόσθετο μέλος), σημαδεύτηκε στο πρόσωπο και απέκτησε μισό ατσάλινο σαγόνι αφότου τον χτύπησαν θραύσματα βόμβας - ο σκύλος όλα αυτά. Αλλά ο Οντιν είναι πιστός κι αγαπημένος φίλος του Τζέιμς, γιατί αυτός είναι ο χαρακτήρας κι η ψυχή των σκύλων, αυτή είναι η καρδιά του κτήνους.
Συναισθηματικά χειριστικό - πόσες φορές θα δεις τον Οντιν να κινδυνεύει, να κλαίει, να θυσιάζεται για την ασφάλεια του αφεντικού του, να κοιτάζει με αφοσιωμένο βλέμμα, ε, στα φλας μπακ της εκπαίδευσής του όταν ήταν κουταβάκι, θα λιώσεις, πού θα πάει.»
Τον οποίο Οντιν ο Τζέιμς δεν φτάνει που τον κουβάλησε στον πόλεμο, με αποτέλεσμα εκτός από τα τραύματα, το σκυλί να ξυπνά τη νύχτα από εφιάλτες, τον κουβάλησε και στην Αλάσκα όπου μαζί αντιμετωπίζουν από αρκούδες και λύκους μέχρι γραφικούς οδοιπόρους (αναίτιος ο ρόλος του Τζέι Κέι Σίμονς και με υπερβολή παιγμένος), χιόνια, πτώση του ανεμόπτερου και άλλα βασανιστήρια της φύσης.
Ως ταινία δράσης, η «Καρδιά του Κτήνους» είναι παράδοξα αργή, με τις σκηνοθετικές ικανότητες του Αγιερ να προδίδονται από τη δυσκολία του να κάνεις ένα φιλμ με έναν μόνο ήρωα (γιατί, ναι, δεν είναι ο Τζέι Σι Τσάντορ του «Ολα Χάθηκαν». Η μία δοκιμασία διαδέχεται προβλέψιμα την άλλη κι εκείνο που αναδεικνύεται πραγματικά στα σινεμασκόπ πλάνα είναι η ατίθαση κι αγέρωχη φύση της Αλάσκας, σαν απάτητη από ανθρώπου βήμα. Αλώβητος (όχι σεναριακά, όμως), βγαίνει και ο Μπραντ Πιτ, ένας ηθοποιός τόσο φωτογενής, επίμονος και συγκεντρωμένος που μπορεί, ίσως μόνο αυτός σήμερα, να σταθεί ισάξια δίπλα σ' έναν αληθινά μαγνητικό γερμανικό ποιμενικό.
Περισσότερο από την νωθρή εξέλιξη της δράσης, ενοχλεί προοδευτικά το σενάριο (του Κάμερον Αλεξάντερ, πιο γνωστού ως σκηνοθέτη μουσικών βίντεο). Συναισθηματικά χειριστικό - πόσες φορές θα δεις τον Οντιν να κινδυνεύει, να κλαίει, να θυσιάζεται για την ασφάλεια του αφεντικού του, να κοιτάζει με αφοσιωμένο βλέμμα, ε, στα φλας μπακ της εκπαίδευσής του όταν ήταν κουταβάκι, θα λιώσεις, πού θα πάει - γίνεται και διδακτικό μ' έναν τρόπο που καθρεφτίζει μόνο την αμερικανική υπεροψία.
Τα σκυλιά που εκπαιδεύονται να ρίχνονται στη μάχη, εξηγεί η ταινία, αξίζουν να τελειώσουν τη ζωή τους με αγάπη, σε μια όμορφη οικογένεια, ένα παντοτινό σπίτι. Σίγουρα, όμως γιατί να πάρεις έναν σκύλο και να τον εκπαιδεύσεις να συμμετέχει σε μια ανθρώπινη σφαγή; Σ' έναν πόλεμο που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει παρά για τις αμερικανικές οικονομικές επεκτατικές διαθέσεις; Και να το θεωρείς ηρωικό; Και γιατί να τον πάρεις σ' ένα μοναχικό ταξίδι στην Αλάσκα, όπου θα του συμβούν άλλα τόσα; Βρες του το παντοτινό του σπίτι απ' όταν είναι μικρούλης, για να μην υπάρχει λόγος να γίνει αυτή εδώ η ταινία. Προφανής ο τίτλος, κτήνος είναι ο σκύλος, αλλά κτηνώδη καρδιά έχει ο άνθρωπος, κατανοητό. Ομως πόση απεραντοσύνη της φύσης και πόσες εκρήξεις σε αραβικές ερήμους πρέπει ν' αποτυπώσει ένας σκηνοθέτης για να πείσει γι' αυτό το κοινό; Καμία απολύτως. Κι ως ζευγάρι Μπράντ Πιτ + σκύλος, προτιμήσαμε τον Κλιφ Μπουθ και την Μπράντι του δια χειρός Ταραντίνο.
Διαβάστε ακόμα: Μπραντ Πιτ: «Ο ήρωάς μου είναι μια στοιχειωμένη ψυχή»

