Η Aardman ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε πως ένα κοπάδι πρόβατα, ένας αγρότης και μερικές κολοκύθες αρκούν για να στηθεί μια ολόκληρη κινηματογραφική περιπέτεια, αρκεί πίσω από την κάμερα να υπάρχει η σωστή δόση φαντασίας. Το «Σον το Πρόβατο και το Τέρας της Φάρμας» επιστρέφει στον γνώριμο κόσμο του Σον, αυτή τη φορά με διάθεση να παίξει με το σινεμά των τεράτων, τις ιστορίες επιστημονικής τρέλας και την ατμόσφαιρα του Χάλογουιν. Οι Στιβ Κοξ και Μάθιου Γουόκερ γνωρίζουν άριστα το σύμπαν στο οποίο κινούνται και σκηνοθετούν με εμφανή αγάπη για τη χειροποίητη αισθητική της Aardman, όμως η ταινία τους μοιάζει περισσότερο με μια ευχάριστη επιστροφή σε γνώριμο έδαφος παρά με μια πραγματικά απρόβλεπτη νέα περιπέτεια.

Την παραμονή του Χάλογουιν στο αγρόκτημα Μόσι Μπότομ, ο ενθουσιασμός μετατρέπεται σε απογοήτευση όταν ο αδέξιος αγρότης καταστρέφει το χωράφι με τις κολοκύθες. Ο Σον προσπαθεί να το φτιάξει με επιστημονικά πειράματα, αλλά τα πράγματα πάνε στραβά όταν ένα άγριο θηρίο εμφανίζεται στο δάσος.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο οι σκηνοθέτες μετατρέπουν μια απλή παρεξήγηση σε μικρή ταινία τρόμου για όλη την οικογένεια. Οταν η προσπάθεια του Σον να σώσει τις κατεστραμμένες κολοκύθες οδηγεί κατά λάθος τον αγρότη σε μια αλλόκοτη μεταμόρφωση, το χωριό αρχίζει να πιστεύει πως ένα μυστηριώδες τέρας κυκλοφορεί στην περιοχή. Το σενάριο των Μαρκ Μπάρτον και Τζάιλς Πίλμπροου είναι λιτό και κατανοητό χωρίς σχεδόν καθόλου διάλογο, στηρίζοντας την αφήγηση στη σωματική κωμωδία και στην αλληλουχία των οπτικών ευρημάτων. Η ιδέα λειτουργεί, όμως η εξέλιξή της ακολουθεί αρκετά προβλέψιμα τη λογική μιας κωμωδίας παρεξηγήσεων και δεν αποκτά ποτέ το βάθος που είχαν οι καλύτερες στιγμές των προηγούμενων ταινιών.

Εκείνο που λείπει είναι η αίσθηση της έκπληξης, η μικρή δόση κινηματογραφικής τρέλας που θα έκανε αυτή την επιστροφή να μοιάζει περισσότερο με γεγονός και λιγότερο με μια ακόμη συμπαθητική στάση στο γνώριμο αγρόκτημα. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε έναν κόσμο όπου το animation γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακό, το γεγονός ότι ο Σον εξακολουθεί να κινείται μπροστά μας με αυτή την απτή, ατελή και χειροποίητη γοητεία παραμένει από μόνο του ένας καλός λόγος για να του ανοίξουμε ξανά την πόρτα.»

Εκεί όπου η ταινία πραγματικά απογειώνεται είναι στο animation. Η stop motion τεχνική της Aardman εξακολουθεί να έχει κάτι σχεδόν μαγικό, επειδή κάθε φιγούρα, κάθε αντικείμενο και κάθε επιφάνεια μοιάζει να έχει φτιαχτεί για να αγγιχτεί. Οι Κοξ και Γουόκερ καταλαβαίνουν πως στον κόσμο του Σον η κίνηση είναι διάλογος και πως ένα βλέμμα ή μια μικρή αλλαγή στη στάση ενός χαρακτήρα μπορεί να προκαλέσει περισσότερο γέλιο από μια ολόκληρη ατάκα. Η ταινία αξιοποιεί αυτή τη γλώσσα με ιδιαίτερη συνέπεια, γεμίζοντας το κάδρο με μικρά αστεία που συχνά συμβαίνουν στο περιθώριο της δράσης.

Η δράση, αντίστοιχα, διαθέτει ενέργεια και ευρηματικότητα, με καταδιώξεις, παγίδες που αποτυγχάνουν με τον πιο κωμικό τρόπο και διαρκείς ανατροπές μέσα στο αγρόκτημα και το χωριό. Παρ’ όλα αυτά, το τελευταίο μέρος αρχίζει να επαναλαμβάνει την ίδια κωμική φόρμουλα, με αποτέλεσμα ο ρυθμός να χαλαρώνει αντί να κορυφώνεται. Είναι ένα πρόβλημα που γίνεται πιο εμφανές επειδή η ταινία βασίζεται τόσο πολύ στην ακρίβεια του timing. Οταν ένα αστείο παρατείνεται λίγο περισσότερο από όσο χρειάζεται, η διαφορά γίνεται αμέσως αισθητή.

Οι αναφορές στον τρόμο είναι ευπρόσδεκτες και δίνουν στην ταινία μια πιο παιχνιδιάρικη ταυτότητα, από την αισθητική του «Φρανκενστάιν» μέχρι τα περάσματα που θυμίζουν κλασικές ταινίες με τέρατα. Το πρόβλημα είναι πως η ταινία ανοίγει την πόρτα σε έναν πιο παράξενο και σκοτεινό κόσμο, αλλά τελικά δεν τολμά να περάσει πραγματικά μέσα του. Κάποιες από τις πιο επιτυχημένες στιγμές δείχνουν πόσο διασκεδαστική θα μπορούσε να γίνει η ταινία αν η σκηνοθεσία επέτρεπε λίγο περισσότερο στον τρόμο και στο αλλόκοτο να εισχωρήσουν στην κατά τα άλλα ασφαλή οικογενειακή φόρμουλα.

Το «Σον το Πρόβατο και το Τέρας της Φάρμας» παραμένει έτσι μια τρυφερή, καλοδουλεμένη και συχνά ξεκαρδιστική περιπέτεια, στην οποία η χειροποίητη animation τεχνική εξακολουθεί να αποτελεί τον πραγματικό πρωταγωνιστή. Ο Σον δεν χρειάζεται να μιλήσει για να κουβαλήσει μια ολόκληρη ταινία στις πλάτες του και η Aardman αποδεικνύει ξανά πως η οπτική αφήγηση μπορεί να είναι ταυτόχρονα απλή και εξαιρετικά λεπτοδουλεμένη. Εκείνο που λείπει είναι η αίσθηση της έκπληξης, η μικρή δόση κινηματογραφικής τρέλας που θα έκανε αυτή την επιστροφή να μοιάζει περισσότερο με γεγονός και λιγότερο με μια ακόμη συμπαθητική στάση στο γνώριμο αγρόκτημα. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε έναν κόσμο όπου το animation γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακό, το γεγονός ότι ο Σον εξακολουθεί να κινείται μπροστά μας με αυτή την απτή, ατελή και χειροποίητη γοητεία παραμένει από μόνο του ένας καλός λόγος για να του ανοίξουμε ξανά την πόρτα.