Το «The Big Shot» σκηνοθετημένο από τον Λούις Σάιλερ που είχε συνεργαστεί ξανά με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο «King of the Underworld» και το «You Can't Get Away with Murder» το 1939, έρχεται στην καριέρα του Μπόγκαρτ ακριβώς μετά τις τεράστιες επιτυχίες που γνώρισε το «High Sierra» και το «Γεράκι της Μάλτας».
Περισσότερο γνωστό ως η ταινία που ο Μπόγκαρτ έπαιξε τον γκάνγκστερ για τελευταία φορά στην Warner (θα τον ξαναπαίξει άλλη μια φορά στην προτελευταία του ταινία, το «The Desperate Hours» της Paramount), δεν υπήρξε αντάξιο των προσδοκιών σκηνοθέτη, πρωταγωνιστή και στούντιο.
Oχι απαραίτητα επειδή δεν προσφέρει όσα υπόσχεται, αλλά κυρίως γιατί μοιάζει ταυτόχρονα φορτωμένο με δράση και με διάλογο, αναποφάσιστο μέχρι και το τέλος αν πρόκειται τελικά για ένα νουάρ - με την έννοια της σκοτεινής πλευράς μιας κοινωνίας στο περιθώριο ή μια περιπέτεια ή ίσως ένα θρίλερ καταδίωξης στα όρια ενός τυπικού crime story.
Στο ρόλο του Ντιούκ, ο Μπόγκαρτ που όλοι γνωρίζουμε και εμπιστευόμαστε, ο γκάνγστερ που θέλει και μπορεί να κάνει το σωστό, με το τσιγάρο στο χέρι και ένα λόγο για κάθε τι που συμβαίνει εν γνώσει ή ερήμην του, σηκώνει όλο το βάρος του φιλμ.»
Τα στοιχεία που το αποτελούν μοιάζουν να βρίσκονται στη σωστή τους θέση.
O αντί-ήρωας που υποδύεται ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, με το όνομα Ντιουκ Μπερν, είναι ένας τρεις φορές καταδικασμένος σε φυλάκιση που βγαίνει από τυ φυλακή. Εξω, στην κανονική ζωή, δεν τον περιμένει κανείς, κανείς παρά μόνο μια ακόμη πρόταση για μια «δουλειά» που θα του εξασφαλίσει χρήματα. Οχι όμως και την αρχή μιας καθαρής, μακριά από μπλεξίματα, ζωής. Μια γυναίκα από το παρελθόν θα τον σταματήσει, όμως η αστυνομία θα τον παγιδεύσει μέσω μιας ψεύτικης μαρτυρίας και έτσι θα ξαναμπεί στη φυλακή. Θα αποδράσει και θα προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητα του, όμως μια πλεκτάνη που έχει στηθεί γύρω του θα είναι μοιραία για τις αποφάσεις που έχει πάρει στη ζωή του.
Ισως σε αυτό εδώ το σημείο, στον ήρωα που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοίρα του, αλλά τελικά δεν μπορεί, βρίσκεται και το πιο ξεχωριστό κομμάτι μιας ταινίας που αναδιπλώνεται σεναριακά μέσα από σκηνές δράσεις και μελοδραματικά κρεσέντα, διατηρώντας στα υπέρ της το μέγεθος και την ταχύτητα ενός b-movie, περισσότερο από μια μεγάλη ταινία και σίγουρα όχι αυτή που θα οδηγούσε τον Μπόγκαρτ στην αμέσως επόμενη του που ήταν η «Casablanca».
Στο ρόλο του Ντιούκ ο Μπόγκαρτ που όλοι γνωρίζουμε και εμπιστευόμαστε, ο γκάνγστερ που θέλει και μπορεί να κάνει το σωστό, με το τσιγάρο στο χέρι και ένα λόγο για κάθε τι που συμβαίνει εν γνώσει ή ερήμην του, σηκώνει όλο το βάρος του φιλμ, εκεί που αδυνατούν τόσο η Ιρέν Μάνινγκ (στο μεταίχμιο μιας ισχνής femme fatale ή απλά ενός σεναριακού twist) όσο και όλο το υπόλοιπο καστ που δεν προσθέτει αλλά μάλλον αφαιρεί από την ιστορία και τις εναλλαγές της ανάμεσα στο αστυνομικό, το θρίλερ και την περιπέτεια.
Η τελευταία έρχεται να παρασύρει το φιλμ με δύο σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα (μια ληστεία στο κέντρο και μια στο χιόνι στο τέλος), που σπάνια βλέπουμε σε ταινίες του 40’. Παρά το αμήχανο και απλοϊκό που προκαλούν στον σημερινό θεατή παραμένουν εντυπωσιακές τόσο ώστε να κλέβουν την παράσταση από την ιστορία που χάνει διαρκώς το κέντρο βάρους της. Αφήνοντας τελικά μόνο τη στιβαρή σκηνοθετική αφήγηση του Σέλερ (ένας σκηνοθέτης που στο περιθώριο της διασημότητας, υπήρξε ένας συνεπής δημιουργός) πάνω σε ένα αδύναμο υλικό και την κάφτρα του Ντιουκ στο φινάλε να γίνονται το στιγμιαίο μελαγχολικό σχόλιο πάνω σε μια εποχή και ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος.

