Ο Ερνεστ Χέμινγουέι μίσησε από την πρώτη στιγμή την κινηματογραφική μεταφορά του Φρανκ Μπορζέιγκι, θεωρώντας πως υποβίβαζε το αντιπολεμικό έπος του που είχε κυκλοφορήσει μόλις τρία χρόνια πριν σε ένα ρομαντικό love story εν καιρώ πολέμου. Τη δυσαρέσκειά του θα επέτεινε το γεγονός ότι η παραγωγή είχε δώσει στους αιθουσάρχες τη δυνατότητα να επιλέξουν με ποιο φινάλε ήθελαν να προβάλλουν την ταινία, καθώς είχαν γυριστεί δύο εκδοχές, μια πιστή στο βιβλίο και μια με… happy end.

(Μετά από πιέσεις του συγγραφέα, το happy end δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ευρώπη, αλλά ούτε και στις μεγάλες αμερικάνικες πόλεις: εκεί η ταινία τέλειωνε τραγικά, αν και όχι ακριβώς όπως το είχε γράψει ο Χέμινγουει στο βιβλίο.)

Η μόνη εξαίρεση στην αντιπάθεια του για την ταινία του Μπορζέιγκι ήταν η αρχικά σχέση συμπάθειας και στη συνέχεια φιλική με τον Γκάρι Κούπερ που κράτησε πολλά χρόνια ανάμεσα στους δύο άντρες - ο Χέμινγουεϊ ήθελε τον Κούπερ να πρωταγωνιστήσει στην κινηματογραφική διασκευή του «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα» - με μία ανομολόγητη συμφωνία μεταξύ τους κανείς από τους δυο τους να μην μιλήσει ποτέ για την ταινία.

Ιδανικός ερμηνευτής για το ρόλο του Αμερικάνου εθελοντή στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γκάρι Κούπερ ήταν και όμορφος και σέξι και μετέφερε στο ανάστημα του - αρχικά αγέρωχο και διαρκώς ατρόμητο και στη συνέχεια χτυπημένο από τη φυσική αλλά και την ψυχολογική επίδραση του πολέμου - όλα όσα χρειαζόταν ο Μπορζέιγκι για τον ένα πόλο των πρωταγωνιστών του. Ο άλλος ήταν η μικροσκοπική, εύθραυστη Χέλεν Χέιζ (μεγαλύτερη σταρ από τον Γκάρι Κούπερ τότε και πρώτη στους τίτλους) που άδικα στιγματίστηκε ως miscast, μάλλον για το μοναδικό λόγο ότι ήταν πολύ πιο κοντή από τον Γκάρι Κούπερ, πράγμα που δεν ίσχυε για την ηρωίδα του βιβλίου.

Αν ο Χέμινγουεϊ ξεχώρισε τον Γκάρι Κούπερ από το σύνολο μιας ταινίας που κατάφερε να συμπυκνώσει τις 355 σελίδες του βιβλίου σε λιγότερες από δύο ώρες κινηματογραφικού χρόνου, ίσως είχε να κάνει με το γεγονός ότι το «Αποχαιρετισμός στα Οπλα» ήταν μια αυτοβιογραφική ιστορία και ο χαρακτήρας που δημιούργησε ο Κούπερ ίσως ήταν κοντά σε αυτόν τον Χέμινγουεϊ, με το υπόλοιπο φιλμ να αποξενώνει τον αρχικό δημιουργό του, προφανώς με τον ίδιο τρόπο που το κάνει κάθε κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου που συμβαίνει ενώ αυτό βρίσκεται ακόμη στα βιβλιοπωλεία.

Αν και το να χαρακτηρίσει κανείς το φιλμ του Μπορζέιγκι υποτιμημένο είναι μάλλον πλεονασμός, καθώς διατηρεί ακόμη και σήμερα την αίγλη του τόσο ανάμεσα στις ταινίες που γυρίστηκαν πριν από τον Κώδικα Χέιζ, τις ταινίες που βασίζονται σε μεγάλα λογοτεχνικά έργα και στις αντιπολεμικές ταινίες, σίγουρα ο τίτλος του υποτιμημένου ή έστω του παρεξηγημένου ταιριάζει στον δημιουργό του, έναν σκηνοθέτη που παρά την εμπορική του επιτυχία δεν κατάφερε ποτέ να αναγνωριστεί ως ο αυτόνομος δημιουργός που ήταν, με τον «Αποχαιρετισμό στα Όπλα» να μαρτυρά τις περισσότερες από τις αρετές του.

Οσο ξεπερασμένο και αν μοιάζει σήμερα το ρομάντζο τους, τόσο «σοκάρει» η πρώτη συνάντηση τους που ελέω της προ-κώδικα Χέιζ εποχής περιλαμβάνει και σεξ. Και όσο η απόσταση ανάμεσά τους μεγαλώνει μάλλον καταχρηστικά (και ελάχιστα πειστικά), τόσο όλα οδηγούν σε ένα φινάλε που μέσα στις μικρές ανθρώπινες κι όμως επικές του διαστάσεις παραμένει ακόμη και σήμερα σπαρακτικό, σαν ένας πίνακας κάποιου μεγάλου ρομαντικού που ήθελε με μια εικόνα να περιγράψει όλη την τραγικότητα του πολέμου.»

Ο πρώτος σκηνοθέτης που κέρδισε Οσκαρ Σκηνοθεσίας (για το «7th Heaven» του 1927), ο ελβετικής και ιταλικής καταγωγής Φρανκ Μπορζέιγκι υπήρξε λάτρης του καθαρού ρομαντισμού, αντισυμβατικού για τα μέτρα του συντηρητικού Χόλιγουντ, με σήμα κατατεθέν του εραστές που βρίσκονται στη δίνη της μοίρας ή της Ιστορίας («Lucky Star», του 1929, «A Man’s Castle» του 1933) και μια ανόθευτη μελαγχολία για την ανθρώπινη κατάσταση που θα εκφραζόταν με τα χρόνια σε μια σειρά από ταινίες που, μεταπολεμικά θα χαρακτηρίζονταν από μια ασυνήθιστη για την εποχή πνευματικότητα (ανάμεσά τους το «Strange Cargo» του 1940 και το «The Big Fisherman» του 1959.

Ο Μπορζέιγκι όμως υπήρξε και μεγάλος στιλίστας. Γεγονός που φαίνεται διάφανα στον τρόπο με τον οποίο εικονογραφεί τις σκηνές των εκρήξεων και των μαχών στον «Αποχαιρετισμό στα Οπλα», με διεύθυνση φωτογραφίας που κάνει όλο το φιλμ να μοιάζει με ενθύμιο πολέμου από τον Τσαρλς Λανγκ. Χωρίς να διαχωρίζει την ένταση ανάμεσα στις σκηνές του ζευγαριού και αυτές της μάχης, ο Μπορζέιγκι αφηγείται το ρομάντζο του Αμερικάνου εθελοντή και της Βρετανίδας νοσοκόμας σαν οι δυο εραστές να κουβαλούν στους ώμους τους οτιδήποτε είναι (και θα είναι) ο πόλεμος. Οι φαινομενικά ευτυχισμένες στιγμές που θα ζήσουν είναι ποτισμένες με τον κυνισμό του θανάτου και της καταστροφής και η προσπάθεια τους να αψηφήσουν το ολοκληρωτικό σκοτάδι του χαμού δεν είναι παρά μια απέλπιδα πράξη να αψηφήσουν τη μοίρα.

Παίζοντας με το φως, τις οπτικές γωνίες (διάσημη σκηνή ανθολογίας το pov του Γκάρι Κούπερ από το κρεβάτι του νοσοκομείου όταν φτάνει πρώτη φορά ως τραυματίας), τον ήχο και τις σιωπές, ο Μπορζέιγκι είναι αλήθεια ότι έχει αφαιρέσει από το μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ οτιδήποτε δεν αφορά τους δύο εραστές, αλλά το έχει κάνει για να χτίσει πάνω στο απόσταγμα της σχέσης τους την οριστική νίκη του πολέμου πάνω στον άνθρωπο.

Οσο ξεπερασμένο και αν μοιάζει σήμερα το ρομάντζο τους, τόσο «σοκάρει» η πρώτη συνάντηση τους που ελέω της προ-κώδικα Χέιζ εποχής περιλαμβάνει και σεξ. Και όσο η απόσταση ανάμεσά τους μεγαλώνει μάλλον καταχρηστικά (και ελάχιστα πειστικά), τόσο όλα οδηγούν σε ένα φινάλε που μέσα στις μικρές ανθρώπινες κι όμως επικές του διαστάσεις παραμένει ακόμη και σήμερα σπαρακτικό, σαν ένας πίνακας κάποιου μεγάλου ρομαντικού που ήθελε με μια εικόνα να περιγράψει όλη την τραγικότητα του πολέμου.

Η ταινία θα έφευγε από την κυκλοφορία επί του Κώδικα Χέιζ στα 50s για να κοπεί και ραφτεί ανάλογα με τις επιταγές της εποχής και τελικά να κυκλοφορήσει σε τόσες πολλές εκδοχές και να χαθεί. «Aντικαταστάθηκε» από μια εκδοχή που γυρίστηκε το 1957 με τον Ροκ Χάντσον και την Τζένιφερ Τζοόυνς, με τον παραγωγό Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ να μην ανανεώνει το δικαίωμα πάνω στην εκδοχή του Μπορζέιγκι με αποτέλεσμα η ταινία να κυκλοφορεί πλέον από το 2025 εκεί έξω ελεύθερη δικαιωμάτων στην αρχική εκδοχή που την είδαν οι θεατές το 1932.

Ειρωνικά, η ταινία του Μπορζέιγκι παραμένει καλύτερη διασκευή του «Αποχαιρετισμός στα Οπλα» που γυρίστηκε ποτέ - εκτός από την ταινία του 1957 θα γυριζόταν και μια μίνι σειρά για την τηλεόραση το 1966. Μαζί, για πολλούς και η καλύτερη διασκευή σε βιβλίο του Χέμινγουεϊ που γυρίστηκε ποτέ.