H 26χρονη Ορτάνς, μία μαύρη οπτικός μίας μικροαστικής Λονδρέζικης οικογένειας, πενθεί βουβά. Μόλις έχει χάσει την μητέρα της. Τη θετή της μητέρα - γνωρίζει από τα επτά της χρόνια ότι είναι υιοθετημένη. Οι γονείς της τής το είχαν αποκαλύψει επιστρέφοντας από διακοπές, κατά τη διάρκεια μιας πτήσης. Κι εκείνη κοίταξε έξω από το παράθυρο, τα σύννεφα. Τόσες ερωτήσεις που δεν έκανε ποτέ. Σήμερα όμως θέλει να τις κάνει. Για αυτό θα αναζητήσει τη βιολογική της οικογένεια. Μόνο που πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος στο πιστοποιητικό γέννησής της: η μητέρα της αναγράφεται ως... λευκή.
Η 42χρονη Σύνθια, μία ανύπαντρη εργάτρια σε χαρτοβιομηχανία, καπνίζει υστερικά. Κάποτε όμορφη, ποθητή, σήμερα παραμελημένη, θλιμμένη, μοναχική - ταιριάζει με το ρημαγμένο σπίτι των γονιών της που δεν έχει ποτέ καθαρίσει από τα ρούχα τους και τη σαβούρα. Ζει ακόμα εκεί, με την 21χρονη κόρη της Ρωξάνη, που μονίμως ξινή και θυμωμένη της επιτίθεται με την παραμικρή αφορμή. Δεν της συγχωρεί που δεν της έχει αποκαλύψει ποιος είναι ο πατέρας της. Που ζουν βαλτωμένες στην ανέχεια και τη μιζέρια του υποβαθμισμένου ανατολικού Λονδίνου. Οχι σαν τον θείο Μόρις που ανέβηκε, που προχώρησε, που μετακόμισε σ' ένα μεσοαστικό σπίτι στα προάστια με την γυναίκα του Μόνικα.
Ο Μόρις, ένας 38χρονος φωτογράφος πορτρέτων, παρατηρεί καρτερικά. Εχει μάθει ότι οι αληθινές στιγμές των ανθρώπων είναι ένα κλικ μακριά, αρκεί να σηκώνεις το βλέμμα από το φακό σου και να τους κοιτάζεις πραγματικά. Γιατί όλοι κρύβονται. Κι ο ίδιος το κάνει - σε αυτό το σπίτι με την παστέλ αισθητική, κάτω από τις ταπετσαρίες των τοίχων που περιποιείται επιμελώς η Μόνικα, έχουν θάψει την αδυναμία τους να αποκτήσουν παιδιά. Και πώς αυτό έχει σπείρει θυμό, ενοχές, απέχθεια ανάμεσά τους.
Οταν η Ορτανς χτυπήσει την πόρτα της Σύνθια, όλοι οι χαρακτήρες αυτής της δυσλειτουργικής οικογένειας θα έρθουν αντιμέτωποι με το παρελθόν τους. Tα βαθιά τραύματα, τα καλά κρυμμένα μυστικά, αλλά και τα ψέματα που λένε στο παρόν, προσπαθώντας να επιβιώσουν.
Οικογένειες: αυτές μάς πλάθουν, αυτές μάς διαλύουν. Ο,τι κουβαλάμε, ό,τι είμαστε, κι ό,τι δεν καταφέραμε να γίνουμε ποτέ, πηγάζουν από έναν μυστικό ομφάλιο λώρο που τακτοποιημένα ή άτσαλα κρύβουμε κάτω από τα κοστούμια της ενήλικης ζωή μας. Ο Μάικ Λι πάντα γοητευόταν από αυτό. Το σινεμά του παρατηρεί οικογένειες. Με έναν τρόπο γήινο, ανεπιτήδευτο, πανανθρώπινο, οι ταινίες του σκύβουν με πικρό νατουραλισμό, αλλά «πατρική» τρυφερότητα πάνω από τους ήρωες τους - απλούς, καθημερινούς ανθρώπους της εργατικής τάξης στη μετά-Θατσερική Αγγλία.
Ο Λι μοιάζει με τον Μόρις, Δεν κοιτά απλώς μέσα από τον κινηματογραφικό φακό του - διεισδύει, ανατέμνει, ξεγυμνώνει. Ψάχνει να συλλάβει την ενέργεια, τον ρυθμό, τις αμηχανίες, τις εντάσεις, τις άβολες συνθήκες της αληθινής ζωής, των αληθινών ανθρώπων.Κι όταν καταφέρνει να συντονιστεί με όλα αυτά, ο θεατής βρίσκεται ξαφνικά μέσα στην κουζίνα των χαρακτήρων, σαν να έχει τρυπώσει παράνομα στην πιο ιδιωτική τους στιγμή και κρυφακούει διαλόγους που δεν προορίζονταν για τα αυτιά του.
Στο «Μυστικά και Ψέματα», την ταινία που ακολούθησε τον «Γυμνό» και του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και πέντε Οσκαρικές υποψηφιότητες, ο Λι επιτυγχάνει την μέγιστη αυτή αμεσότητα. Στήνει στην ουσία ένα μελόδραμα, σπαρακτικό και κατεπείγον, όμως η ικανότητά του να καταγράφει με χιούμορ τις ανασφάλειες, τις εμμονές, τα συμπλέγματα των ανθρώπων δεν αφήνει την ταινία εγκλωβισμένη σε σχήματα και φόρμες. Την κάνει αυτόματα προσωπική.
Αν κάτι ξεχωρίζει τον Λι από πολλούς συναδέλφους του νεορεαλιστές, είναι πως η ανθρωπιά του δεν αφήνει ποτέ τους ήρωές του να βυθιστούν ολοκληρωτικά στην τραγωδία. Μέσα από τα χάσματα και τις ρωγμές, βρίσκει τρόπο να προβάλει λίγο φως. Γιατί η ζωή συνεχίζεται. Και οι άνθρωποι καλούνται, ξανά και ξανά, να επιλέξουν πώς θα τη ζήσουν: στωικά ή ηττημένα, πικρά ή γλυκά, κρυμμένοι πίσω από τα οικεία τους ψέματα ή αντιμέτωποι με τη θαρραλέα αλήθεια τους.»
Μέρος αυτής της νεορεαλιστικής οικειότητας οφείλεται στην τεχνική του να γράφει το σενάριο σε συνεργασία με τους ηθοποιούς του - μετά από εξαντλητικές πρόβες, δοκιμές και αυτοσχεδιασμούς. Μάλιστα, λέγεται πως σε αυτή την ταινία απέκρυψε από το καστ την ταυτότητα της ηθοποιού που θα υποδυόταν την άγνωστη κόρη της Σύνθια. Η Μαριάν Ζαν-Μπατίστ εμφανίστηκε για πρώτη φορά μπροστά τους κατευθείαν στο γύρισμα της σκηνής του μπάρμπεκιου, ώστε τα βλέμματα και οι αντιδράσεις τους να κουβαλούν το πραγματικό ξάφνιασμα της αποκάλυψης: η άγνωστη κόρη είναι μαύρη.
Κυρίαρχη όμως είναι και η σκηνοθετική του προσέγγιση. Ο τρόπος που εγκλωβίζει τους χαρακτήρες του μέσα στα κάδρα του. Πώς πνίγονται και πόσο κρύβονται μέσα στα σπίτια τους (φτωχικά ή πιο πλούσια) το περιβάλλον, τις ζωές τους. Είτε με την κάμερα σταθερή, είτε παίρνοντάς την στο χέρι για περισσότερη ένταση, ειτε με σεκάνς μονοπλάνων, είτε με ασφυκτικά κοντινά, ο Λι οπτικοποιεί συνεχώς τη θεματική της ταινίας του: όσο ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει κατά μέτωπο την αλήθεια, τόσο παγιδεύεται στον πόνο και το αδιέξοδο του.
Η σεκάνς των δυο τηλεφωνημάτων της Ορτάνς προς τη Σύνθια είναι χαρακτηριστική. Η Μπρέντα Μπλέθιν καμπουριάζει, συρρικνώνεται, επιμένει να γυρνά την πλάτη της στο φακό και σε εμάς. Κρύβεται, σοκαρισμένη που το παρελθόν της την ανακάλυψε. Σε ημιφωτισμένα πλάνα, κάτω από τα παπλώματά της κρύβεται και η Μόνικα, κουβαλώντας την επώδυνη ενδομητρίωση της, τις ενοχές και την οργή προς τον άντρα της. Κάτω από τα oversized φαρδιά, αγορίστικα ρούχα, την άχαρη φράντζα και το ασουλούπωτο περπάτημά της κρύβεται και η Ρωξάνη - ένα παιδί που δεν ξέρει ποιο είναι. Κι ίσως πίσω από την προστασία της μηχανής του κρύβεται κι ο Μόρις - παρατηρεί για να μην τον παρατηρούν.
Πόσο εξαιρετικός ο Τίμοθι Σπολ σ' αυτό το ρόλο - ισορροπεί με μελετημένη εγκράτεια, μετρημένη τρυφερότητα, ευνουχισμένη απόγνωση. Παρόμοια πειθαρχημένη και η Μαριάν Ζαν-Μπατίστ, δεν ακολουθεί το στερεότυπο του υιοθετημένου παιδιού που θα ξεσπάσει το παράπονό του, αλλά το αναβλύζει με στωικά βουβά δάκρυα. Στον αντίποδα η Μπρέντα Μπλέθιν, με μία ερμηνεία που άξια της χάρισε το βραβείο στις Κάννες, ακροβατεί ανάμεσα στο πένθος, την κωμική ειρωνεία και τη συμπόνια. Σε κάθε της σκηνή διαλύεται μπροστά στο φακό - ένα κουβάρι από νευρώσεις, ένα τσαλακωμένο από τις κακουχίες πρόσωπο, μία τσιριχτή φωνή που κρύβει τόσες αποχρώσεις οδύνης κάθε φορά που εκφέρει τη λέξη «sweetheart».
Αν κάτι ξεχωρίζει τον Λι από πολλούς συναδέλφους του νεορεαλιστές, είναι πως η ανθρωπιά του δεν αφήνει ποτέ τους ήρωές του να βυθιστούν ολοκληρωτικά στην τραγωδία. Μέσα από τα χάσματα και τις ρωγμές, βρίσκει τρόπο να προβάλει λίγο φως. Γιατί η ζωή συνεχίζεται. Και οι άνθρωποι καλούνται, ξανά και ξανά, να επιλέξουν πώς θα τη ζήσουν: στωικά ή ηττημένα, πικρά ή γλυκά, κρυμμένοι πίσω από τα οικεία τους ψέματα ή αντιμέτωποι με τη θαρραλέα αλήθεια τους.
Και μία παρατήρηση, ξαναβλέποντας την ταινία στο σήμερα: πόσο ενδιαφέρον που ο Λι παίζει με το ψέμα της φωτογραφίας, σε σχέση με την μη-φωτογενή αληθινή ζωή. Το ψεύτικο στήσιμο μπροστά στο φακό. Πόσο ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι νέες γενιές, instagramers και influencers, θα δουν ίσως πρώτη φορά την ταινία τώρα. Τι story άραγε θα βάλουν και τι στόρι θα νιώσουν;

