Σκηνοθέτης εμπορικών επιτυχιών στη Γαλλία, από τον «Αρσέν Λουπέν» του 2004 με τον Ρομέν Ντιρίς, μέχρι τον πρόσφατο «Εύκολο Στόχο» με την Ιζαμπέλ Ιπέρ, ο Ζαν-Πολ Σαλομέ κάνει ένα δικής του μεταχείρισης, κλασικίζον polar, μια ταινία αστυνομικής καταδίωξης, βασιζόμενος σε πραγματική ιστορία και, ταυτόχρονα, χωρώντας μέσα της ένα αντιρατσιστικό σχόλιο.

Ηρωας, αντι-ήρωας και εγκληματίας της ιστορίας είναι ο Γιαν Μποζάρσκι, Πολωνός μετανάστης στη μεταπολεμική Γαλλία. Ικανότατος μηχανικός, ο Γιαν βρίσκει μπροστά του μόνο κλειστές πόρτες και προκατάληψη. Επόμενο βήμα, στροφή στην παρανομία: με πατέντες δικής του επινόησης, ο Γιαν θα ξεκινήσει να παραχαράσσει χαρτονομίσματα για λογαριασμό ενός μαφιόζου. Οταν ο μαφιόζος συλληφθεί, ωστόσο, εκείνος θα εξακολουθήσει να τυπώνει πλαστά χρήματα, τελειοποιώντας στο απόλυτο την τεχνική του, φτιάχνοντας τα δικά του μηχανήματα, το δικό του χαρτί, τη δική του, ακόμα-ακόμα, δυσδιάκριτη «υπογραφή» σ' αυτά τα ιδιόμορφα έργα τέχνης, για τα οποία ποτέ, φυσικά, δεν μπορεί να βρει αναγνώριση. Κι αν, στην πορεία, η δράση του καταστρέψει τη σχέση του με την οικογένειά του, θα προκαλέσει την απέχθεια και μαζί τον θαυμασμό του Επιθεωρητή Ματέι που θα τον καταδιώξει εμμονικά για δεκαετίες.

Ο Σαλομέ σκηνοθετεί την ταινία του μάλλον ακαδημαϊκά, χωρίς μεγάλες εντάσεις, χωρίς βιασύνη, δίνοντας στο σενάριό του τον χρόνο να χτίσει έναν χαρακτήρα για τον Γιαν, που ξεπερνά τη βιογραφία. Ο παραχαράκτης του είναι ένας άνθρωπος σε εσωτερική σύγκρουση, πιστός οικογενειάρχης, θύμα των διακρίσεων, μειλίχιος αλλά και δυνάμει βίαιος, οξυδερκής, ταυτόχρονα αυτάρεσκος όπως οι περισσότεροι εξαιρετικοί καλλιτέχνες. Οι αναφορές του Σαλομέ στη γαλλική αστυνομική παράδοση του Μελβίλ είναι γοητευτική (αφιερωμένο το όνομα «Ματέι» του μυθοπλαστικού Επιθεωρητή, ίδιο μ' εκείνο στον «Κόκκινο Κύκλο»), το ίδιο και οι παραπομπές σε άλλες αστυνομικές ταινίες όπου ο παράνομος και ο εκπρόσωπος του Νόμου νιώθουν μια αμοιβαία έλξη, σαν το «Heat» του Μάικλ Μαν, ή τον «Ανθρωπο από τη Γαλλία» του Γουίλιαμ Φρίντκιν, χωρίς να λείπει και η αναμενόμενη συνάντηση των δυο, υπαρξιακή και συναρπαστική, over drinks σ' ένα σκοτεινό μπαρ.

Στο ίδιο πνεύμα, ο διευθυντής φωτογραφίας Ζιλιέν Ιρς δίνει τη δική του έγχρωμη απόδοση ενός φιλμ νουάρ, με σκοτεινά μπλε και πράσινα να χτίζουν την ατμόσφαιρα της απειλής και του εγκλωβισμού και ζεστούς, χαμηλούς φωτισμούς μόνο στα εσωτερικά του σπιτιού του Γιαν, εκεί όπου ελπίζει να ζήσει ευτυχισμένος. 

Στις αδυναμίες της ταινίας, από τη μια πλευρά ότι οι υπόλοιποι ήρωες, συμπεριλαμβανομένου του Ματέι και, κυρίως, της Σουζάν, της γυναίκας του Γιαν που υποδύεται και μονοδιάστατα η Σαρά Γκιροντό, είναι σχεδιασμένοι με πρόχειρη μονοκοντυλιά, αλλά και ότι ο υπέροχος, και εδώ, Ρεντά Κατέμπ, σε καμία περίπτωση δεν περνά για Πολωνός μετανάστης. 

Ωστόσο, όχι μόνο η ταινία έχει ένα σασπένς που σιγοβράζει και μια διακριτική πολιτική απόχρωση, αλλά κάνει κι ένα ελαφρύ ειρωνικό σχόλιο για τα όρια της τέχνης, μια και σήμερα τα πλαστά χαρτονομίσματα των 100 φράγκων του Γιαν Μποζάρσκι, του «Σεζάν της παραχάραξης» όπως τον χαρακτήρισε ο Τύπος της εποχής χάρη στην τελειότητα της δουλειάς του, πωλούνται σε συλλέκτες για δεκάδες χιλιάδες ευρώ, δίνοντάς του την αναγνώριση που επιδίωξε, έστω με τον πιο αντισυμβατικό, πιο λανθασμένο τρόπο.