Αν κάποιος κοιτάξει τη μέχρι σήμερα φιλμογραφία του Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, δύσκολα θα περίμενε πως το επόμενο βήμα του θα τον έφερνε απέναντι σε δεινόσαυρους, οικογενειακές κρίσεις και ένα προάστιο που μοιάζει να έχει μεταφερθεί ξαφνικά σε έναν κόσμο όπου η προϊστορία δεν αποτελεί πια μακρινό παρελθόν. Από το εφιαλτικό και υπνωτικό «Σε Ακολουθεί» μέχρι το αινιγματικό, νεονοάρ σύμπαν του «Το Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης», ο Μίτσελ έχει χτίσει τη φήμη ενός δημιουργού που προτιμά να αφήνει τον θεατή να χαθεί μέσα στην αβεβαιότητα παρά να του εξηγεί τα πάντα.
Το «Τέλος της Οδού Οουκ», λοιπόν, μοιάζει αρχικά με την πιο απρόσμενη στροφή της καριέρας του, όμως κάτω από την επιφάνεια μιας περιπέτειας με προϊστορικά θηρία, η ταινία παραμένει αναγνωρίσιμα δική του.
Γιατί ο Μίτσελ δεν ενδιαφέρεται τόσο για το πώς θα ήταν να ζεις δίπλα σε έναν δεινόσαυρο, όσο για το τι συμβαίνει όταν ένας κόσμος που ήδη τρίζει από μέσα αναγκάζεται ξαφνικά να αντιμετωπίσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από τα προβλήματά του. Η οικογένεια στο κέντρο της ιστορίας δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση σε ιδανική κατάσταση πριν αρχίσει η καταστροφή. Οι εντάσεις υπάρχουν, οι σχέσεις έχουν φθαρεί και η καθημερινότητα μοιάζει να έχει χάσει τη συνοχή της. Επειτα έρχεται η παράλογη ανατροπή που αλλάζει τα πάντα και το οικείο προάστιο μετατρέπεται σε πεδίο επιβίωσης, εκεί όπου οι οικογενειακές διαφωνίες αποκτούν ξαφνικά μια εντελώς διαφορετική διάσταση.
Eνα μυστηριώδες κοσμικό φαινόμενο εξαφανίζει την Οδό Οουκ από τα προάστια και μεταφέρει ολόκληρη τη γειτονιά σε έναν άγνωστο τόπο. Η οικογένεια Πλατ βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με μια αδιανόητη πραγματικότητα, όπου οι κανόνες του κόσμου όπως τους γνώριζαν έχουν πάψει να ισχύουν. Καθώς προσπαθούν να επιβιώσουν και να βρουν τον δρόμο της επιστροφής, συνειδητοποιούν ότι η μεγαλύτερη δύναμή τους είναι οι συναισθηματικοί δεσμοί τους.
Σκηνοθετικά, ο Μίτσελ αντιμετωπίζει αυτή την παράξενη ιδέα με αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση, αντλώντας παράλληλα από μια έντονη νοσταλγία για το αμερικανικό σινεμά των 80s. Η εικόνα των προαστίων, η αίσθηση μιας οικογένειας που βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με κάτι αδιανόητο και ο τρόπος με τον οποίο το οικείο μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο απειλής παραπέμπουν σε εκείνη την εποχή όπου η περιπέτεια, η επιστημονική φαντασία και ο τρόμος μπορούσαν να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια ταινία. Φυσικά, το «Jurassic Park» είναι η πιο προφανής αναφορά και η επιρροή του είναι αισθητή σε αρκετές στιγμές, χωρίς όμως ο Μίτσελ να προσπαθεί να το αντιγράψει. Αντί να αναπαράγει την κλίμακα ή τη μεγαλοπρέπεια του φιλμ του Στίβεν Σπίλμπεργκ, μεταφέρει μια παρόμοια αίσθηση δέους και κινδύνου μέσα σε ένα πολύ πιο περιορισμένο και προσωπικό περιβάλλον.
Η σκιά του "Jurassic Park" πλανάται πάνω από αρκετές εικόνες, ενώ η νοσταλγία ενός σινεμά των 80s που ήξερε να συνδυάζει το οικογενειακό δράμα με το καθαρό θέαμα δίνει στην ταινία μια ιδιαίτερη γοητεία, χωρίς να εξαφανίζει την προσωπική ματιά του δημιουργού. Κι αυτό γιατί σε μια εποχή όπου το θέαμα συχνά μοιάζει να κατασκευάζεται από τις ίδιες συνταγές, ο Μίτσελ αποφάσισε να πάρει τις εμμονές του, να τις μεταφέρει σε μια γειτονιά των 80s και να αφήσει δεινόσαυρους να την καταπιούν. Και όσο απίθανη κι αν ακούγεται αυτή η συνταγή, είναι ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του δημιουργού που την κάνει να αξίζει.»
Η εμφάνιση των δεινοσαύρων δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως αφορμή για εντυπωσιακές εικόνες, αλλά ως μια εισβολή που διαταράσσει κάθε αίσθηση κανονικότητας. Οι δρόμοι, τα σπίτια και οι κήποι, χώροι συνδεδεμένοι με την ασφάλεια και τη ρουτίνα, αποκτούν σταδιακά μια απειλητική διάσταση, ενώ ο Μίτσελ ξέρει πότε να κρατήσει την κάμερα μακριά από το προφανές και πότε να αφήσει τη δράση να ξεσπάσει με όλη της τη δύναμη. Η αναμέτρηση με τον Αλόσαυρο, για παράδειγμα, έχει την ένταση και την ωμότητα που χρειάζεται για να πείσει ότι οι ήρωες δεν βρίσκονται σε μια ασφαλή οικογενειακή περιπέτεια όπου όλα είναι δεδομένο πως θα καταλήξουν καλά. Σε ένα άλλο σημείο, η ηρωίδα της Αν Χάθαγουεϊ βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δεινόσαυρο σε μια σκηνή που συνδυάζει το θέαμα με την αγωνία, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της ταινίας.
Το σενάριο, ωστόσο, είναι εκείνο που εμποδίζει το «Τέλος της Οδού Οουκ» από το να γίνει κάτι περισσότερο από μια πολύ καλή και ασυνήθιστη ταινία είδους. Η βασική ιδέα είναι ευρηματική και ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται η εξωτερική απειλή με τις εσωτερικές συγκρούσεις της οικογένειας λειτουργεί αποτελεσματικά, όμως όσο η ιστορία πλησιάζει προς την κορύφωσή της εμφανίζονται ορισμένες ευκολίες που μειώνουν το βάρος των προηγούμενων εξελίξεων. Κάποιες αποφάσεις μοιάζουν περισσότερο σχεδιασμένες για να οδηγήσουν την αφήγηση σε ένα συγκεκριμένο σημείο παρά να προκύπτουν φυσικά από όσα έχουν προηγηθεί, με αποτέλεσμα το φινάλε να μην έχει την ίδια δύναμη με την πορεία που οδήγησε μέχρι εκεί.
Η Αν Χάθαγουεϊ είναι η πιο σταθερή παρουσία της ταινίας, προσφέροντας μια ερμηνεία που αποφεύγει τις εύκολες υπερβολές και καταφέρνει να κρατήσει τον χαρακτήρα της ανθρώπινο ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες. Ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ έχει λιγότερο χώρο για να αναπτύξει την πλευρά του χαρακτήρα του, όμως αξιοποιεί τις στιγμές που του δίνονται και συμβάλλει ουσιαστικά στη συναισθηματική βάση της ιστορίας. Η μεταξύ τους χημεία λειτουργεί κυρίως επειδή η ταινία δεν προσπαθεί να παρουσιάσει τη σχέση τους ως κάτι ιδανικό, αλλά ως έναν δεσμό που δοκιμάζεται και αναγκάζεται να επαναπροσδιοριστεί μέσα από το χάος.
Το «Τέλος της Οδού Οουκ» είναι τελικά μια ταινία που μοιάζει πιο αλλόκοτη στα χαρτιά απ' ό,τι στην οθόνη, ακριβώς επειδή ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ βρίσκει τρόπο να ενσωματώσει το παράλογο μέσα στη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Η σκιά του «Jurassic Park» πλανάται πάνω από αρκετές εικόνες, ενώ η νοσταλγία ενός σινεμά των 80s που ήξερε να συνδυάζει το οικογενειακό δράμα με το καθαρό θέαμα δίνει στην ταινία μια ιδιαίτερη γοητεία, χωρίς να εξαφανίζει την προσωπική ματιά του δημιουργού.
Κι αυτό γιατί σε μια εποχή όπου το θέαμα συχνά μοιάζει να κατασκευάζεται από τις ίδιες συνταγές, ο Μίτσελ αποφάσισε να πάρει τις εμμονές του, να τις μεταφέρει σε μια γειτονιά των 80s και να αφήσει δεινόσαυρους να την καταπιούν. Και όσο απίθανη κι αν ακούγεται αυτή η συνταγή, είναι ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του δημιουργού που την κάνει να αξίζει.

