Μια ταινία που μοιάζει λίγο με το καλοκαίρι. Αυτό που θεωρούμε, παραδοσιακά, ανάλαφρο, φωτεινό, νωχελικό, ξέγνοιαστο, αλλά πάντα αποδεικνύεται και μελαγχολικό, και απαιτητικό, και αγωνιώδες, και στο μεταίχμιο της χαράς και της λύπης. Αν κανείς είδε το «Stand by Me» όταν βγήκε και ήταν περίπου συνομήλικος/η με τους ήρωες, σίγουρα αντιλήφθηκε περισσότερο τη θερινή ελαφρότητα και τη σημασία της φιλίας. Αν το (ξανα)δει τώρα, σε πιο ώριμη φάση ζωής, εύκολα θα εντοπίσει πόσο κοντά βρίσκεται στο αιχμηρό όριο μεταξύ παιδικότητας κι ενηλικίωσης και θα συνειδητοποιήσει ότι εκεί έγκειται και η μαγεία του. Και, μαζί, σ' ένα μάτσο εκπληκτικές παιδικές φάτσες κι ερμηνείες κι ένα αξεπέραστο τραγούδι.

Βασισμένοι στη νουβέλα The Body του Στίβεν Κινγκ, ο Ρομπ Ράινερ (όταν η ύπαρξή του ήταν συνυφασμένη μόνο με φως, δημιουργικότητα και χαρά, πριν το τραγικό του τέλος το 2025), και ο Μπρους Εβανς κρατούν τον βασικό κορμό της ιστορίας, αλλά λειαίνουν τα σκοτεινά στοιχεία, εστιάζοντας περισσότερο στη νοσταλγία, τη φιλία, την αίσθηση της παιδικής ηλικίας που έχει πια, στην αφήγηση, χαθεί. Η ιστορία ξετυλίγεται με voice over του ενήλικου Γκόρντι Λατσάνς (με τη φωνή του Ρίτσαρντ Ντρέιφους). Το καλοκαίρι του 1959, ο 12χρονος Γκόρντι και οι τρεις φίλοι του, ο Κρις, ο Τέντι και ο Βερν, φεύγουν κρυφά από τα σπίτια τους για να περιπλανηθούν στα δάση του Ορεγκον και να αναζητήσουν το πτώμα του συνομήλικού τους, Ρέι Μπράουερ, που έχει εξαφανιστεί. Αυτή η διαδρομή θα τους αποκαλύψει περισσότερα απ' όσα περιμένουν, φόβους και απρόσμενες περιπέτειες, αλλά και βαθειές εξομολογήσεις που θα βαθύνουν τη φιλία τους και θα τους φέρουν ένα (απότομο) βήμα πιο κοντά στην ωριμότητα.

Το «Stand by Me» δεν είναι ένα φιλμ για την παιδική ηλικία. Είναι ένα φιλμ για τη μνήμη, για το πώς εκείνη βλέπει ξεκάθαρα ή θαμπώνει, γλυκαίνει τις αλήθειες. Για το άπιαστο της μοναδικής ηλικίας του ανθρώπου όπου «γνωρίζει ακριβώς ποιος είναι και πού πηγαίνει». Οσο αναλοίωτη μένει αυτή η σκέψη μέσα στα χρόνια, άλλο τόσο μένει και η ταινία.»

Ηδη, ο Ράινερ επιλέγει να σκηνοθετήσει όχι ρεαλιστικά, αλλά με μια αίσθηση του καλοκαιριού που τελειώνει: όχι με προσμονή, αλλά με απώλεια. Οχι σαν η ιστορία να ξετυλίγεται στο κινηματογραφικό παρόν, αλλά ως ανάμνηση. Σ΄αυτό συνηγορεί ο ήχος, της γύρω φύσης που παίρνει διάσταση παραμυθιού, αλλά και της μουσικής και των τραγουδιών, το μοντάζ που ποτέ δεν ξεχειλώνει στο ρυθμό της κομεντί, παρά τον κόβει τακτικά για να μοιραστεί αγωνία ή συγκίνηση, κι η φωτογραφία του Τόμας Ντελ Ρουθ που αποτυπώνει το ζεστό φως που πλησιάζει στο φθινόπωρο, ή στο σούρουπο, ποτέ το καθαρό καλοκαιρινό, κινούμενη πάνω στους... υπαρξιακούς άξονες που είναι για την ιστορία οι σιδηροδρομικές γραμμές, αυτές που έχτισαν την Αμερική, που οδηγούν σε νέα ταξίδια κι εμπειρίες, που ίσως κόστισαν τη ζωή του αγνοούμενου αγοριού και ίσως απειλήσουν και τη δική τους.

Το «Stand by Me» δεν είναι μια ταινία για την παιδική ηλικία, αλλά για την πανανθρώπινη θλίψη που βιώνουμε όταν αυτή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της ταινίας, ο Γκόρντι του Γουίλ Γουίτον, ο Βερν του Τζέρι Ο'Κόνελ, ο Τέντι του Κόρεϊ Φέλντμαν, φυσικά ο Κρις του Ρίβερ Φίνιξ, με τις ίδιες τις κατοπινές ζωές τους έδωσαν άλλη υφή στη θέαση των ηρώων τους από ένα μελλοντικό βλέμμα. Γι' αυτό κι από την ταινία μπορεί να θυμάσαι ένα σωρό αξέχαστες σκηνές, εκείνη με το τρένο στη γέφυρα, εκείνη με τις βδέλλες στον βάλτο, εκείνη με τις εξομολογήσεις γύρω από τη φωτιά, όμως καμία δεν μένει τόσο έντονα γραμμένη στο μυαλό, όσο η σιωπηλή συνάντηση του Γκόρντι με το ελάφι, η στιγμή όπου το μικρό αγόρι με τις φακίδες αναγνωρίζει τα άλλα επίπεδα της ενήλικης, πια, ζωής. 

Το «Stand by Me» δεν είναι ένα φιλμ για την παιδική ηλικία. Είναι σίγουρα ένα φιλμ για... ένα τραγούδι, μια και από το εθιστικό τραγούδι του Ben E. King δανείστηκε τον τίτλο του και το έκανε ακόμα πιο διαχρονικό. Είναι, όμως, ακόμα περισσότερο, ένα φιλμ για τη μνήμη, για το πώς εκείνη βλέπει ξεκάθαρα ή θαμπώνει, γλυκαίνει τις αλήθειες. Για το άπιαστο της μοναδικής ηλικίας του ανθρώπου όπου «γνωρίζει ακριβώς ποιος είναι και πού πηγαίνει». Οσο αναλοίωτη μένει αυτή η σκέψη μέσα στα χρόνια, άλλο τόσο μένει και η ταινία.