Πόσο υπέροχα ειρωνικό, ότι όλοι όσοι αντιτίθενται στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, χωρίς να έχουν δει την ταινία, χωρίς καν να θυμούνται το ομηρικό έπος έστω από το σχολείο, διαπράττουν ακριβώς την απρέπεια, ασέβεια, ύβρι που η ταινία παρουσιάζει και καταδικάζει. Γιατί ο Νόλαν αντλεί από την Οδύσσεια, όπου βρίσκονται όλα τ' ανθρώπινα, για να κάνει μια σύγχρονη, πολιτική, αντιπολεμική, μελαγχολική για το σήμερα ταινία, καταδικάζοντας το μίσος και πενθώντας για το τέλος του κόσμου. Κι αυτό, επειδή είναι ένας δεξιοτέχνης κινηματογραφικός δημιουργός, το κάνει με μια όχι όσο θα περίμενε κανείς εντυπωσιακή, αλλά, ακόμα καλύτερα, σοφά γραμμένη και σκηνοθετημένη υπερπαραγωγή.
Βρισκόμαστε, όπως λέει η κάρτα αρχής, σε μια εποχή όπου η μαγεία μοιάζει αληθινή, a time of apparent magic. Ποια είναι αυτή η εποχή; Εκείνη του Τρωικού πολέμου και των χρόνων που ακολούθησαν, όταν ο κόσμος πίστευε σε παρεμβατικούς Θεούς και πλάσματα με υπεράνθρωπες δυνάμεις; Ή η δική μας, όπου το μαγικό και το όμορφο είναι μόνο φαινομενικό και πατά σε σαθρά θεμέλια;
Ο Νόλαν διασκευάζει ο ίδιος την Οδύσσεια του Ομήρου και μένει, σε γενικές, γραμμές, πιστός στη δομή της. Στο παλάτι του Οδυσσέα, στην Ιθάκη, η Πηνελόπη ζει απομονωμένη, υφιστάμενη την πολυετή, χυδαία παρουσία των «μνηστήρων» που καραδοκούν ώστε, μόλις έρθει επιβεβαίωση του θανάτου του βασιλιά που για μια δεκαετία αγνοείται, ο δυνατότερος να πάρει το χέρι της χήρας και, μαζί, το στέμμα. Ανάμεσά τους, ο πιο αλαζόνας, ο Αντίνοος. Ο γιος Τηλέμαχος αποφασίζει ν' αναλάβει δράση και ν' αναζητήσει τα ίχνη του πατέρα του, με την υποστήριξη του Εύμαιου, που μένει τόσο πιστός στον απόντα άρχοντα όσο κι ο σκύλος του, Αργος. Την ίδια ώρα, ο Οδυσσέας βρίσκεται στο νησί της Καλυψούς (μια μίξη, εδώ, με το νησί των Λωτοφάγων), και αφηγείται όσες περιπέτειες έζησε αφότου έφυγε νικητής από την Τροία, στο ταξίδι της επιστροφής του προς την Ιθάκη, που τον έφερε αντιμέτωπο με κινδύνους, απώλειες και πλάσματα μαγικά. Στο πλευρό του, φύλακας και προστάτιδα, η Θεά Αθηνά.
Η διαδρομή του Οδυσσέα ακολουθεί τις γνώριμες συναντήσεις, εδώ βρίσκονται ο Κύκλωπας Πολύφημος, η Κίρκη, οι Σειρήνες, η αναφορά στον Αδη, η Σκύλλα και η Χάρυβδη, η Καλυψώ - κι άλλες απουσιάζουν, όπως η Ναυσικά, ή το υπέροχο και συμβολικό «ο Κανένας» του Οδυσσέα προς τον Πολύφημο. Το ύφος της αφήγησης είναι που έχει μια αλλαγμένη, τόσο προσεκτικά και με σημασία, προσέγγιση. Από τη μια πλευρά, η Πηνελόπη είναι μια γυναίκα σε απόγνωση, που αγωνίζεται για να προστατέψει το σπίτι της, που εξανίσταται γιατί, ενώ για είκοσι χρόνια (δέκα του πολέμου, δέκα της επιπλέον απουσίας), κυβερνά την Ιθάκη, δεν της επιτρέπεται να καθίσει στο θρόνο η ίδια. Κι είναι μια γυναίκα ερωτευμένη με τον άντρα της, αγαπημένη με τον γιο της που, παρότι ξενίζει αρχικά, φωνάζει τους γονείς του μαμά και μπαμπά (mom and dad), αντί για το επισημότερο μητέρα και πατέρα. Είναι μια γυναίκα εγκλωβισμένη στους νόμους και τα ήθη της εποχής της, της οποίας η δύναμη και η σοβαρότητα παραγκωνίζονται σαν τον ξεκοκαλισμένο χοίρο στο τραπέζι των μνηστήρων.Η Οδύσσεια δεν είναι μόνο η ιστορία του Οδυσσέα. Δεν είναι μόνο μια περιπέτεια παλιννόστησης, είναι και μια ιστορία οικογένειας, ενηλικίωσης και, πολύ περισσότερο, αυτογνωσίας.
Και ο Οδυσσέας, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ο θριαμβευτής του πολέμου, παρότι χάρη στη δική του ευφυΐα και τη σύλληψη του Δούρειου Ιππου κερδήθηκε ο πόλεμος. Είναι ένας άντρας χαμένος, κυριολεκτικά αλλά και υπαρξιακά, ο οποίος σταδιακά συνειδητοποιεί την ύβρι που ο ίδιος τέλεσε (περισσότερα γι' αυτό παρακάτω) κι αποζητά συγχώρεση, από τους Θεούς, την οικογένεια και τον εαυτό του.
Η "Οδύσσεια" του Νόλαν καθρεφτίζει την αλαζονεία και την απανθρωπιά της Αμερικής του Τραμπ, αλλά όχι μόνο αυτή. Ο εχθρός στην Οδύσσεια έρχεται από τη Δύση, ολόκληρη, άλλωστε ο Νόλαν είναι τόσο Αμερικανός όσο και Αγγλος, Ευρωπαίος, Δυτικός. Κι είναι προς αυτή τη δυτικότροπη ξενοφοβία που ο Νόλαν επιτίθεται, με τον τρόπο του, τον εγκεφαλικό, τον συμβολικό. Μπορεί η δική του «Οδύσσεια» να είναι γεμάτη μαγεία που μοιάζει αληθινή (αυτό είναι, άλλωστε, το ίδιο το σινεμά), είναι όμως ακόμα περισσότερο ένας βαθύς, ανθρώπινος, συγκινητικός συλλογισμός για τίποτε λιγότερο από το τέλος της ανθρωπότητας που είναι, ήδη, εδώ.»
Διαβάστε ακόμη: Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν στη κορυφή του κόσμου
Οσο πολυμήχανος είναι, κατά τον Ομηρο, ο Οδυσσέας, άλλο τόσο είναι κι ο Κρίστοφερ Νόλαν που αξιοποιεί ένα τεράστιο budget (η ταινία κόστισε 250 εκ. δολάρια για να γίνει) και κάθε διαθέσιμο τεχνικό μέσο, για να δημιουργήσει ένα αποτέλεσμα που μοιάζει ταυτόχρονα χειροποίητο και τέλειο. Η κωμική αμηχανία του ότι παρακολουθείς μια ταινία με αρχαίους Ελληνες και Θεούς και δαίμονες διαρκεί το πολύ δυο λεπτά: μετά η αγωνία, οι προσωπικότητες, η δράση και τα υπόγεια νοήματα απορροφούν απόλυτα τα μάτια και τη σκέψη. Η φωτογραφία του Χόιτε φαν Χόιτεμα (σταθερού συνεργάτη του Νόλαν από το «Interstellar» και μετά), δεν στοχεύει στον εντυπωσιασμό, αντίθετα είναι σκοτεινή, χαμηλότονη, βρώμικη και αμείλικτη, όπως ταιριάζει σ' ένα δράμα που περισσότερο θυμίζει, οπτικά, το «Game of Thrones», παρά το peplum. Η μουσική του Λούντβιχ Γκόρανσον είναι μεταλλική κι ανησυχητική, χωρίς ίχνος στόμφου ή παράτας. Το sound design προσφέρει ίσως μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου ακόμα κι ένα απαίδευτο αυτί μπορεί να συνειδητοποιήσει τη σημασία αυτής της ειδικότητας στο σινεμά. Τίποτα δεν είναι πολυτελές κι όμως όλα είναι τέλεια. Εστω κι αν μέσα στις τρεις ώρες, στην σπονδυλωτή αφήγηση, υπάρχουν στιγμές, μαχών ιδιαίτερα, που τραβούν μονότονα και στέλνουν το βλέμμα στο ρολόι. Γρήγορα βρίσκεται κανείς, ξανά, με κομμένη την ανάσα και με μια αίσθηση ανυπομονησίας για την επόμενη έκπληξη.
Τέτοιες εκπλήξεις δεν είναι μόνο τα υπερβατικά στοιχεία του θρύλου. Είναι και η μάχη του Οδυσσέα με τους μνηστήρες, όταν τελικά αποκαλύψει την ταυτότητά του, η οποία μακράν απέχει από ένα αναμενόμενο, high tech ξυλίκι, αντίθετα έχει τη χορογραφία, τα ευρήματα και την κομψότητα μιας... ξιφομαχίας του Ερολ Φλιν, μιας κλασικής κινηματογραφικής μονομαχίας, μόνο σε μεγαλύτερο μέγεθος και με περισσότερες ανατροπές, μια σκηνή που τιμά την τέχνη της περισσότερο από το ύψος της παραγωγής της ταινίας. Το ίδιο και η σκηνή της συνάντησης του Οδυσσέα με τον σκύλο του, τον πιστό Αργο που, χωρίς περισσότερα λόγια, δεν θ' αφήσει μάτι στεγνό.
Αυτή εδώ δεν είναι μια ταινία που φοβάται ν' αποτυπώσει Θεούς και μυθικά πλάσματα. Η Θεά Αθηνά της Ζεντάγια είναι μάλλον ευάλωτη, μικροσκοπική σε εκτόπισμα για μια φιγούρα τόσο αρχετυπική, θυμίζει περισσότερο συνομήλικη μελαγχολική φίλη του Τηλέμαχου, παρά προστάτιδα του Οδυσσέα. Οι Σειρήνες, διακριτικά και πανέξυπνα, αντικρύζονται μόνο από μακριά, με τις πανέμορφες, ηδυπαθείς φιγούρες τους ξαπλωμένες στα βράχια, η Σκύλλα δεν είναι μια πετυχημένη απεικόνιση, όμως ο Πολύφημος είναι μια εικόνα που συγκλονίζει, με την εξωπραγματική του διάσταση, την απόλυτα πειστική και, ταυτόχρονα, αδικημένη και επώδυνη. Μακριά από τα ψηφιακά εφέ, οι ηθοποιοί βρίσκονται σε φόρμα. Ο Τομ Χόλαντ ως Τηλέμαχος είναι ταιριαστά αδύναμος, η Αν Χάθαγουεϊ ως Πηνελόπη δίνει, χωρίς τερτίπια, την πολυδιάστατη υφή μιας παρεξηγημένης ηρωίδας και, ταυτόχρονα, τα στοιχεία που την κάνουν σημερινή και αιχμηρή, η Σαρλίζ Θερόν είναι η ονειρική Καλυψώ, η Σαμάνθα Μόρτον ανατριχιαστική ως Κίρκη, σε μια σουρεαλιστική, body horror εκδοχή του Νόλαν, ο Ρόμπερτ Πάτινσον κρατά την ιδανική ισορροπία σαρδόνιας αυτοπεποίθησης και επαίσχυντης δειλίας του Αντίνοου.
Η Λουπίτα Νιόνγκ'ο, για την οποία τόσα έχουν να πουν οι κυρίως αδαείς κι αυτοπροβαλλόμενοι σχολιαστές, όπως και στην Οδύσσεια η Ωραία Ελένη, εμφανίζεται ελάχιστα, αλλά ως μαύρη καλλονή μέσα σε μια λευκή βασιλική οικογένεια (το σινεμά βγαλμένο από τη ζωή), παγιδεύει ακριβώς το εξωτικό, το εξωπραγματικό, μ' έναν τρόπο ολιστικό και τρομερά ενδιαφέροντα. Ο συνδυασμός του Μενέλαου (Τζον Μπέρνταλ) με το σπασμένο ηθικό και την αίσθηση αυτοματαίωσης και του αδελφού του, μαυροντυμένου Αγαμέμνονα (ο Μπεν Σάφντι που ούτε καν διακρίνεται μέσα στην πανοπλία του που θυμίζει μαύρο σκορπιό σε μια ελαφριά πανκ αναφορά), του ανθρώπου που από πλεονεξία και πρόθεση επεκτατισμού βύθισε τις πόλεις κράτη στον θάνατο, είναι απόλυτα πετυχημένος. Ο Τζον Λεγκουιζάμο ως Εύμαιος δίνει μια ερμηνεία εθιστική, μ' έναν τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί από τον συνήθως καρατερίστα ηθοποιό. Στον Ελιοτ Πέιτζ (που, άλλωστε, είχε ρόλο στο σύμπαν του Νόλαν ήδη από το «Inception»), δίνεται ένας ήρωας μικρός σε διάρκεια αλλά μεγάλος σε σημασία. Η ελληνική συμμετοχή περιορίζεται στο υπέροχο βλέμμα του Γιάννη Κοκιασμένου. Κυρίως, ο Ματ Ντέιμον πραγματικά κατορθώνει έναν άθλο, στην καλύτερη, μάλλον, ερμηνεία της καριέρας του, σίγουρα την πιο απαιτητική, καθώς μεταμορφώνεται, εξωτερικά κι εσωτερικά, σ' έναν θαλασσοδαρμένο, μικροκαμωμένο ήρωα που φέρει τον θρύλο του σαν βαρίδι, που διχάζεται ανάμεσα στο εσωτερικό του αίσθημα δικαιοσύνης και τον αυτοματισμό της επιβίωσης υπέρ πάντων, ένας βασιλιάς που έχει χάσει την κατεύθυνσή του, ένας άντρας που έχει ξεχάσει τον προορισμό του.
Σημαντικότερο ερώτημα όλων, γιατί ο Κρίστοφερ Νόλαν να κάνει σήμερα μια διασκευή της Οδύσσειας, έχει αυτή η επιλογή κάποιο νόημα, πέρα από το εντυπωσιακό στοίχημα; Υπάρχει ένας άξονας που φέρνει το αρχαίο έπος στις σημερινές ευαισθησίες; Απόλυτα, σε δύο άξονες. Από τη μια πλευρά, για έναν σκηνοθέτη που είναι αληθινός auteur, οι σταθερές θεματικές όλης της φιλμογραφίας του βρίσκουν στην Οδύσσεια ιδανικό αγκυροβόλημα: ο χρόνος, η μνήμη, η ταυτότητα, η μοναχικότητα, η συμπόρευση της πραγματικότητας με την ψευδαίσθηση, η δύναμη της αγάπης, η ηθική ευθύνη, είναι οι άξονες που διαπερνούν και το ομηρικό έπος και, μαζί, αυτήν εδώ την ταινία μ' έναν φυσικό, στοχαστικό τρόπο.
Από την άλλη πλευρά, ο Νόλαν επιλέγει το στοιχείο του έπους που θέλει να ταυτίσει με το δικό του και δικό μας παρόν. Κι αυτό δεν είναι ο νόστος, είναι περισσότερο η ενοχή, η μεταμέλεια, η απόγνωση. Από την πρώτη σκηνή ως την τελευταία, το στοιχείο που αναφέρεται ξανά και ξανά είναι ο νόμος του Δία, του Ξένιου. Οτι κάθε σπίτι, κάθε Οίκος, κάθε άνθρωπος, οφείλει να υποδέχεται τον ξένο, άγνωστο, τον επαίτη, τον διαφορετικό με διάθεση φιλοξενίας, γιατί κάθε ζητιάνος μπορεί να είναι μεταμφιεσμένος Θεός, γιατί κάθε πλάσμα δικαιούται μια στέγη, τροφή και συμπόνοια. Στο σύμπαν του Ομήρου αυτή η αρχή κάθε τόσο ξεχνιέται. Την ξεχνούν οι ωφελιμιστές, λαίμαργοι μνηστήρες. Την ξεχνά ο ίδιος ο Οδυσσέας που, εμπνεόμενος τον Δούρειο Ιππο, το εύρημα που κέρδισε τον πόλεμο, διέπραξε ύβρι: παραπλάνησε τους Τρώες ώστε να καλοδεχτούν ένα δώρο για τη Θεά Αθηνά, κρύβοντας στην κοιλιά του, και μέσα στα τείχη τους, τον εχθρό, τον θάνατο. Ο Οδυσσέας το γνωρίζει αυτό και συνεχίζει τη ζωή του αυτοτιμωρούμενος. Ο σύγχρονος άνθρωπος καταπατά τον θεσμό της «φιλοξενίας» και τιμωρείται γι' αυτό από το παρόν και το μέλλον του.
Φυσικά, η «Οδύσσεια» του Νόλαν καθρεφτίζει την αλαζονεία και την απανθρωπιά της Αμερικής του Τραμπ, αλλά όχι μόνο αυτή. Ο εχθρός στην Οδύσσεια έρχεται από τη Δύση, ολόκληρη, άλλωστε ο Νόλαν είναι τόσο Αμερικανός όσο και Αγγλος, Ευρωπαίος, Δυτικός. Κι είναι προς αυτή τη δυτικότροπη ξενοφοβία που ο Νόλαν επιτίθεται, με τον τρόπο του, τον εγκεφαλικό, τον συμβολικό. Μπορεί η δική του «Οδύσσεια» να είναι γεμάτη μαγεία που μοιάζει αληθινή (αυτό είναι, άλλωστε, το ίδιο το σινεμά), είναι όμως ακόμα περισσότερο ένας βαθύς, ανθρώπινος, συγκινητικός συλλογισμός για τίποτε λιγότερο από το τέλος της ανθρωπότητας που είναι, ήδη, εδώ. Και ποιος μπορεί να μεταφέρει αυτό το μήνυμα με τρόπο τόσο δημιουργικό και πολυεπίπεδο αν όχι ο Νόλαν; Ο κανένας.

