Στην εποχή όπου το internet καταναλώνει εικόνες πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνει να τις κατανοήσει, το «Backrooms» μοιάζει με ένα παράξενο κινηματογραφικό «ατύχημα» που ξέφυγε από την οθόνη ενός υπολογιστή (μπορείτε να δείτε τα creepy βιντεάκια εδώ) και απέκτησε σάρκα και οστά. Ο μόλις 19χρονος Κέιν Πάρσονς, το παιδί πίσω από τα viral analog horror videos που γέννησαν μια ολόκληρη ψηφιακή μυθολογία, επιχειρεί κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Να μετατρέψει έναν διαδικτυακό αστικό μύθο, χτισμένο περισσότερο πάνω σε αίσθηση παρά σε αφήγηση, σε κανονικό κινηματογράφο γεγονός μεγάλου μήκους.

Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι για μεγάλο μέρος της διάρκειάς του το πετυχαίνει.

Στα υπόγεια μιας έκθεσης επίπλων, μια ανεξήγητη πόρτα εμφανίζεται ξαφνικά, οδηγώντας σε μια πραγματικότητα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Οταν ένας νεαρός άνδρας εξαφανίζεται χωρίς ίχνος, η θεραπεύτριά του ανακαλύπτει ότι είναι ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα από παράξενα, αυτοσχέδια βίντεο που είχε καταγράψει ο ίδιος πριν χαθεί. Τα πλάνα αυτά αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός ατελείωτου, αποπνικτικού λαβυρίνθου από άδειους, κιτρινωπούς διαδρόμους και εγκαταλελειμμένους χώρους — τα λεγόμενα Backrooms. Eνα παράλληλο σύμπαν όπου ο χρόνος, η λογική και οι νόμοι της πραγματικότητας φαίνεται να έχουν καταρρεύσει. Αποφασισμένη να τον σώσει, η θεραπεύτρια περνά μέσα από την πόρτα και εισέρχεται στο άγνωστο, αντιμέτωπη με έναν κόσμο που δεν υπακούει σε κανέναν κανόνα και ίσως δεν επιτρέπει ποτέ την επιστροφή.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά γίνεται ξεκάθαρο πως ο Πάρσονς δεν ενδιαφέρεται να φτιάξει ένα συμβατικό horror. Το «Backrooms» λειτουργεί περισσότερο σαν ψυχολογική εμπειρία αποσύνθεσης, σαν ένας εφιάλτης που επαναλαμβάνει συνεχώς τους ίδιους διαδρόμους μέχρι να χάσεις κάθε αίσθηση χώρου, χρόνου και πραγματικότητας. Η ταινία χτίζει τρόμο όχι μέσα από φτηνά jumpscares, αλλά μέσα από την αβάσταχτη αίσθηση κενού που αφήνουν αυτοί οι ατελείωτοι, κιτρινισμένοι χώροι γραφείων και οι βόμβοι από τα φθορίζοντα φώτα που δεν σταματούν ποτέ.

Η σκηνοθεσία του Πάρσονς είναι, χωρίς υπερβολή, το μεγάλο ατού της ταινίας. Υπάρχουν στιγμές όπου μοιάζει να κατανοεί απόλυτα τη δύναμη του μινιμαλισμού και της σιωπής, αφήνοντας την κάμερα να περιφέρεται αργά μέσα σε δωμάτια που μοιάζουν ταυτόχρονα γνώριμα και αφύσικα. Οι χώροι αυτοί δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικά αλλά σαν ψυχικές προεκτάσεις των χαρακτήρων. Το αίσθημα αποξένωσης, η μοναξιά της σύγχρονης ζωής και η αδυναμία επικοινωνίας βρίσκονται διαρκώς κάτω από την επιφάνεια της εικόνας.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας έρχονται όταν δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Ενας διάδρομος που δεν τελειώνει ποτέ, ένας μακρινός μεταλλικός ήχος, μια σκιά που ίσως υπήρξε και ίσως όχι αρκούν για να δημιουργήσουν πραγματική αγωνία. Οι ατελείωτοι, άδειοι χώροι της ταινίας λειτουργούν σαν μια distorted εκδοχή της σύγχρονης πραγματικότητας, γεμάτης επανάληψη, σιωπή και έλλειψη ανθρώπινης επαφής, αλλά και τα τραύματα που κουβαλά ο καθένας από εμάς. Ο Πάρσονς χρησιμοποιεί τα λεγόμενα liminal spaces όχι μόνο για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, αλλά και για να αποτυπώσει την ψυχική αποσύνθεση των χαρακτήρων. μετατρέποντας τα backrooms σε έναν εφιάλτη που μοιάζει λιγότερο υπερφυσικός και περισσότερο βαθιά ανθρώπινος.

Το σενάριο, ωστόσο, δεν καταφέρνει πάντα να στηρίξει τη δύναμη της ατμόσφαιρας. Το «Backrooms» λειτουργεί καλύτερα όταν αφήνει το μυστήριο ανοιχτό και τους συμβολισμούς να αιωρούνται, παρά όταν προσπαθεί να δώσει συγκεκριμένες εξηγήσεις. Στην τρίτη πράξη η ταινία χάνει μέρος της υποβλητικότητάς της, καθώς επιχειρεί να μετατρέψει το αφηρημένο horror των προηγούμενων σκηνών σε πιο συμβατική αφήγηση. Εκεί φαίνεται και η απειρία του νεαρού δημιουργού, στην ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη δραματουργική κορύφωση αφαιρεί κάτι από τη γοητευτική αβεβαιότητα που είχε χτίσει μέχρι τότε η ταινία.

Παρόλα αυτά, οι ερμηνείες κρατούν το φιλμ γειωμένο. Ο Τσιούετελ Ετζιόφορ προσφέρει τη γνώριμη εσωτερικότητα που κουβαλά σε κάθε ρόλο του, ενώ η Ρενάτε Ράινσβε δίνει στην ταινία μια εύθραυστη ανθρώπινη διάσταση μέσα στο ψυχρό και αφιλόξενο περιβάλλον της. Κανείς δεν υπερβάλλει, κανείς δεν παίζει «ταινία τρόμου», και αυτό τελικά βοηθά το φιλμ να διατηρήσει τη ρεαλιστική του παράνοια.

Το «Backrooms» δεν είναι μια άψογη ταινία και σίγουρα δεν θα λειτουργήσει για όλους. Είναι όμως κάτι σπάνιο για το σύγχρονο horror. Μια ταινία που δεν προσπαθεί να σε τρομάξει στιγμιαία αλλά να τρυπώσει στο πίσω μέρος του μυαλού σου, εκεί όπου κατοικούν οι πιο παράλογοι φόβοι και τα τραύματά σου. Και μόνο το γεγονός ότι ένας 19χρονος σκηνοθέτης κατάφερε να μετατρέψει μια διαδικτυακή creepypasta σε τόσο ιδιαίτερη κινηματογραφική εμπειρία είναι από μόνο του αξιοσημείωτο.