Το «Scary Movie» υπήρξε κάποτε ένα κινηματογραφικό φαινόμενο που κατάφερε να συλλάβει το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής. Δεν ήταν απλώς μια παρωδία ταινιών τρόμου αλλά μια ασεβής, συχνά χοντροκομμένη, μα αναμφισβήτητα αποτελεσματική σάτιρα της ποπ κουλτούρας των αρχών του 2000. Μέσα από την υπερβολή και την ανοησία του, διέθετε μια παράξενη διαύγεια ως προς το τι σατίριζε και γιατί. Είκοσι έξι χρόνια αργότερα, το «Scary Movie 6» επιστρέφει με την υπόσχεση να κάνει το ίδιο για τη σύγχρονη γενιά του τρόμου. Το πρόβλημα είναι πως μοιάζει να μην καταλαβαίνει ούτε τη σημερινή εποχή ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.
Είκοσι έξι χρόνια μετά την απόδρασή τους από έναν ύποπτα γνωστό μασκοφόρο δολοφόνο, οι Βασικοί Τέσσερις βρίσκονται και πάλι στο στόχαστρο του δολοφόνου και καμία ταινία τρόμου δεν είναι ασφαλής.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά γίνεται φανερό πως η ταινία δεν ενδιαφέρεται να χτίσει μια συνεκτική κωμωδία αλλά να πετάξει όσο το δυνατόν περισσότερες αναφορές στην οθόνη, ελπίζοντας ότι κάποιες από αυτές θα πετύχουν τον στόχο τους. Οι παρωδίες των «M3GAN», «Smile», «Terrifier», «Final Destination» και «Scream» διαδέχονται η μία την άλλη με τέτοια βιασύνη ώστε καμία δεν προλαβαίνει να εξελιχθεί σε πραγματικό σατιρικό σχόλιο. Η ταινία αναγνωρίζει τα δημοφιλή κινηματογραφικά φαινόμενα των τελευταίων ετών, αλλά δεν έχει κάτι ουσιαστικό να πει γι’ αυτά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στο σενάριο, το οποίο μοιάζει περισσότερο με μια σειρά από αποσπασματικά σκετσάκια παρά με ολοκληρωμένη κινηματογραφική αφήγηση. Οι χαρακτήρες μεταφέρονται από σκηνή σε σκηνή χωρίς λογική συνοχή και τα αστεία συχνά καταρρέουν πριν καν ολοκληρωθούν. Η εναρκτήρια σκηνή, η οποία παρωδεί το «Scream 6» με τον Ghostface, και θα έπρεπε να δώσει τον τόνο για όσα ακολουθούν, εξαντλεί σχεδόν αμέσως το εύρημά της και παρατείνεται πολύ πέρα από τα όρια της κωμικής της αξίας. Αντίστοιχα, η παρωδία του «Final Destination» βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε φωνές, υπερβολικές αντιδράσεις και θορυβώδη χάος, χωρίς την παραμικρή ευρηματικότητα στον τρόπο που εκμεταλλεύεται το υλικό της.
Η σκηνοθεσία του Μάικλ Τίντες δεν βοηθά καθόλου την κατάσταση. Η ταινία διαθέτει μια επίπεδη, σχεδόν τηλεοπτική αισθητική, χωρίς ρυθμό και χωρίς αίσθηση κλιμάκωσης. Οι σκηνές μοιάζουν να ακολουθούν η μία την άλλη μηχανικά, λες και το μόνο ζητούμενο ήταν να χωρέσουν όσο περισσότερες αναφορές γίνεται μέσα στον διαθέσιμο χρόνο προβολής. Ακόμη και οι στιγμές που θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια αίσθηση τρέλας ή δημιουργικής αναρχίας καταλήγουν να μοιάζουν κουρασμένες.
Το πιο απογοητευτικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η σάτιρα. Οι καλύτερες παρωδίες λειτουργούν επειδή κατανοούν σε βάθος το αντικείμενό τους. Εδώ η σάτιρα περιορίζεται στην απλή αναγνώριση γνωστών εικόνων και χαρακτήρων. Το φιλμ σπανίως σχολιάζει τα κλισέ του σύγχρονου τρόμου και ακόμη σπανιότερα τα αποδομεί. Αντί να γελά με τις αδυναμίες του είδους, αρκείται στο να τις αναπαράγει με πιο θορυβώδη τρόπο.
Αλλά τι να περιμένεις από ένα «Scary Movie»; Κάποτε η σειρά είχε το θράσος να κοροϊδεύει τα πάντα χωρίς να παίρνει τίποτα στα σοβαρά, ακόμη και τον εαυτό της. Σήμερα μοιάζει περισσότερο με μια νοσταλγική ανάμνηση που προσπαθεί απεγνωσμένα να πείσει ότι παραμένει επίκαιρη. Κι αν το γέλιο είναι το ζητούμενο σε μια τέτοια ταινία, τότε η πιο μεγάλη αποτυχία της είναι ότι αφήνει τον θεατή να αναπολεί τις παλιές της στιγμές αντί να δημιουργεί καινούργιες. Το πιο scary σε όλο αυτό είναι πως το franchise δείχνει να μην αντιλαμβάνεται πόσο ξεπερασμένο έχει γίνει.

