Αν υπάρχει ένα μοτίβο στη «μουσική» φιλμογραφία του Τζον Κάρνεϊ, αυτό είναι η αέναη προσπάθεια του να καθαρίσει το θόρυβο που δημιουργεί η μουσική βιομηχανία και να αναζητήσει αυτήν την πρωταρχική αγάπη για τη μουσική - το σημείο από όπου ξεκινούν και τελειώνουν όλα, πριν και μετά από την εφήμερη επιτυχία. Αυτό έκανε στην καλύτερη ταινία του και αυτή που τον καθιέρωσε, το «Once» του 2007, αυτό προσπάθησε με άνισα αποτελέσματα στο «Πάρ’ το Από την Αρχή» του 2013, αυτό έκανε το «Sing Street» του 2016 μια αφοπλιστική feelgood κινηματογραφική εμπειρία.
Αυτό κάνει και στην «Μπαλάντα των Ονείρων», μια ακόμη ταινία με ήρωα έναν μουσικό που κανονικά δεν θα είχε την ευκαιρία να γίνει διάσημος και που η μουσική του δεν θα έφτανε ποτέ στα σωστά αυτιά για να κατακτήσει τον κόσμο. Αυτός είναι ο Ρικ Πάουερ που ζει στο Δουβλίνο με τη σύζυγο και την έφηβη κόρη τους και βγάζει τα προς το ζην συμμετέχοντας σε μια μπάντα γάμων, που παίζει διασκευές γνωστών ροκ κομματιών, ακριβώς όπως είναι γραμμένες στη λίστα με τα αγαπημένα των μελλόνυμφων. Ένα βράδυ, σε έναν από τους γάμους που θα βρεθεί, θα γνωρίσει τον Ντάνι Γουίλσον, πρώην μέλος ενός πετυχημένου boy band που προσπαθεί να σώσει τη σόλο καριέρα του. Μαζί θα περάσουν μια νύχτα στην ιρλανδική εξοχή, γράφοντας, ανταλλάσσοντας ιδέες, πίνοντας, σε ένα bonding που μοιάζει απελευθερωτικό και εμπνευστικό και για τους δυό τους. Μόνο που έξι μήνες μετά, ο Ρικ θα ακούσει στο ραδιόφωνο τη νέα τεράστια επιτυχία του Ντάνι Γουίλσον: ένα τραγούδι που είχε γράψει ο ίδιος χρόνια πριν.
Μπροστά σε αυτό το γύρισμα της τύχης, ο Ρικ θα αποφασίσει να διεκδικήσει την πατρότητα του τραγουδιού, όχι όμως με τον παραδοσιακό τρόπο και όχι για τον παραδοσιακό λόγο. Θα προσπαθήσει να συναντήσει τον Ντάνι και να του ζητήσει να παραδεχτεί ενώπιον του την κλοπή. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να σιγουρευτεί πως είναι ο δημιουργός μιας τεράστιας επιτυχίας, πράγμα που τόσο η οικογένεια του - αλλά μέσα του και ο ίδιος - μοιάζουν να αμφισβητούν. Ακόμη κι αν δεν κερδίσει ποτέ ούτε χρήματα, ούτε την «επίσημη» πατρότητα του τραγουδιού.
Είναι ειρωνικό, αλλά ο Τζον Κάρνεϊ κάνει στην «Μπαλάντα των Ονείρων» αυτό που πολλοί είχαν ευχηθεί να είχε κάνει στο «Πάρ’το Από την Αρχή», την πρώτη του «μεγάλη» και φιλόδοξη ταινία: παραδίδεται στα κλισέ με έναν τόσο αφοπλιστικό και απενοχοποιημένο τρόπο, δίνοντας ισόποσα χώρο στη συναισθηματική δύναμη της ιστορίας του (που αποδεικνύεται πιο «βαθιά» από τον φαινομενικά ελαφρύ τόνο της ταινίας) και φυσικά στους δύο πρωταγωνιστές του, με ειδική μνεία στον Πολ Ραντ, έναν σπουδαίο ηθοποιό που θα ευχόσουν να είχε περισσότερες ευκαιρίες στη καριέρα του για ρόλους σαν αυτόν που εκμεταλλεύονται με ευρηματικό τρόπο την πάντα στο μεταίχμιο κωμική και δραματική του δύναμη.
Ο,τι θα ακολουθήσει στην προσπάθεια του Ρικ να αποδείξει πως είναι ο δημιουργός της μπαλάντας (των ονείρων - κατά την ελληνική μετάφραση της ταινίας) διαθέτει την απλότητα μιας δραμεντί που ενδιαφέρεται περισσότερο να μην χάσει το συναισθηματικό ρυθμό της παρά να αποδείξει ότι καινοτομεί. Και, παρά τις αμήχανες στιγμές της, καταφέρνει και να συγκινήσει και να διασκεδάσει και, σαν ένα set list που θα άρμοζε σε ένα γάμο - πει κάτι αφοπλιστικό για την… ενηλικίωση.
Περισσότερο από μια μουσική ταινία - και από το γεγονός πως θα πιάσετε τον εαυτό σας να σιγοτραγουδάτε και εσείς την μπαλάντα του Ρικ - το φιλμ του Τζον Καρνέι είναι μια ταινία ενηλικίωσης ενός ενήλικα. Είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου με όνειρα που κάποτε θυσιάστηκαν να πιστέψει στον εαυτό του και το ταλέντο του και μαζί να πιστέψουν σε αυτόν και οι άνθρωποι που αγαπάει. Είναι μια στιγμή τελικά, πραγμάτωσης ενός καλλιτέχνη που όλοι πίστευαν πως είναι απλά ένα παιδί που παίζει απλώς καλή κιθάρα και μπορεί να τραγουδάει τα hits.
Μόνο που τώρα αυτά τα hits μπορεί να είναι τα δικά του.

