Κονέκτικατ, 2003. Οι γονείς του 12χρονου Μπεν έχουν χωρίσει κι η μητέρα του πρόσφατα ξαναπαντρευτεί. Επιδιώκοντας λίγους μήνες ιδιωτικότητας οι νιόπαντροι τον ξεφορτώνονται: τον στέλνουν να περάσει το καλοκαίρι εσώκλειστος σε μία καλοκαιρινή αθλητική κατασκήνωση, όπου θα προπονείται με συνομηλίκους του στο πόλο. Νιώθοντας εγκαταλειμμένος, ο εσωστρεφής, ευάλωτος Μπεν δέχεται με ανακούφιση την προσέγγιση της παρέας των «popular» αγοριών, οι οποίοι με αρχηγό τον bully Τζέικ επιδίδονται σε καθημερινές αλητείες, που τεντώνουν τα όρια του προπονητή και δοκιμάζουν τους δικούς τους προεφηβικούς φραγμούς. Αν ανήκει στην κλίκα των δυνατών, ίσως να μην απειλείται.
Γιατί αισθάνεται την απειλή. Ο αθλητικός ανταγωνισμός κι οι κόντρες στην πισίνα ωχριούν μπροστά στην πίεση να αντεπεξέλθει στις ψυχολογικές δοκιμασίες της σκληρής πυραμίδας δημοφιλίας. «Αθώα» παιχνίδια καταλήγουν σε πονηρές ερωτήσεις, εξευτελισμό και ταπείνωση κι ο Μπεν σε αποδυτήρια και κοιτώνες νιώθει να δέχεται συνεχόμενες σαδιστικές «πατητές». Σοκαρισμένος, παρατηρεί πόσο εύκολα ο Τζέικ ξεσηκώνει τους υπόλοιπους στην διαπόμπευση οποιουδήποτε θεωρείται διαφορετικός. Οπως, ο Ελι - ο παχύσαρκος, κλειστός, αλλόκοτος -στα όρια του φάσματος- πιτσιρικάς, που γίνεται εύκολος στόχος. Πάντα απομονωμένος, πάντα με το κεφάλι σκυφτό, να μην αποχωρίζεται την μακρυμάνικη μπλούζα του, καθώς κρύβει την αιτία της διαπόμπευσής του: το εκτεταμένο έκζεμα στην πλάτη του που ο Τζέικ έχει πείσει όλους ότι είναι «πανούκλα». Οποιος τολμήσει να τον πλησιάσει, όποιος τον αγγίξει, κολλάει κι αυτός.
Σταδιακά, ο Μπεν θα επαναστατήσει εναντίον αυτής της βάναυσης, απάνθρωπης συμπεριφοράς, για να συνειδητοποιήσει πόσο εύκολα κι αβίαστα θα βρεθεί κι ο ίδιος στο στόχαστρο: θα βρεθεί στο περιθώριο αυτής της σκληρής ιεαραρχίας, θα γίνει κοινωνικά «λεπρός». Ζώντας μία δεύτερη απόρριψη και εγκατάλειψη, θα μπορέσει να μην πνιγεί σε αυτή την εφηβική πισίνα εκφοβισμού και κακοποίησης;
Βασισμένος σε προσωπικά του ημερολόγια από το 2003, ο Τσάρλι Πόλιντζερ κάνει το σκηνοθετικό ντεμπούτο (έχοντας όμως στο βιογραφικό του περισσότερες από μία ντουζίνα μικρού μήκους) εντυπωσιακά. Παίζει με τα είδη (δράμα ενηλικίωσης, αλληγορικό θρίλερ, απολαυστικό body horror) για να εξερευνήσει θέματα διαφορετικότητας, εφηβικής κακοποίησης, τοξικής αρρενωπότητας, κουλτούρας του bullying - με γενναίες ιδέες, αλλά κανέναν απολύτως διδακτισμό.
Μαζί με τον DP του, Στίβεν Μπρέκον, και κινηματογραφώντας σε 35 mm, o Πόλιντζερ κατασκευάζει έναν γοητευτικό, σκοτεινό, μυστηριώδη, αφιλόξενο κι οριακά «παραμυθένιο» κόσμο στο κλειστό σύμπαν της κατασκήνωσης. Η εικονογραφία του έντονη, τολμηρή με ψυχρές επιλογές από τη χρωματική παλέτα, ώστε τα επιθετικά μπλε τις πισίνας να κοντράρουν την φωτεινή αθωότητα στα μάτια του Μπεν, τα ροζ εφηβικά χείλια, τα λαγουδίσια λευκά δοντάκια σ’ ένα αγωνιώδες παιχνίδι για το αν θα νικήσει το «Lord of the Flies» σκοτάδι.
Ο ίδιος δεν κρύβει τις επιρροές του από το σινεμά του Κιούμπρικ - η γεωμετρία των κάδρων του, το πώς πλαισιώνει, «ιδρυματοποιεί» τα εύθραυστα, προεφηβικά κορμάκια να φαίνονται μικρά κι ανυπεράσπιστα μέσα στις μεγάλες, εγκλωβιστικές όμως εγκαταστάσεις, πώς κινηματογραφεί τις υποβρύχιες λήψεις δυσοίωνα (τα άκρα των αγοριών να μοιάζουν με πλοκάμια ενός ακέφαλου απειλητικού κοπαδιού), πώς στήνει τις εγκεφαλικές αντιπαραθέσεις (υπάρχει gore βία, αλλά η χειραγώγηση του Τζέικ είναι περισσότερο ψυχολογική) σ' έναν απλό διάδρομο, σαν να βλέπεις γουέστερν μονομαχία.
Ο ήχος όμως είναι ένα υποδειγματικό masterclass - όπως εναλλάσσει τις στακάτο εφηβικές άναρχες φωνές στα αποδυτήρια, με το πάφλασμα της κόντρας στο νερό, την ambient υποβρύχια ηρεμία (που μοιάζει με απειλή), την απόλυτη σιωπή (που νιώθεις ως ακόμα μεγαλύτερη απειλή). Νιώθεις τη μοναξιά του Μπεν σε αυτό τον εχθρικό μικρόκοσμο γιατί ηχεί εκκωφαντικά - μέσα από το άχαρο φλιπ φλοπ της σαγιονάρας του.
Υποδειγματικές είναι επίσης οι ερμηνείες. Ο Εβερετ Μπλανκ στον κεντρικό ρόλο σωματοποιεί την ανασφάλεια της εύθραυστης νεότητας, αλλά κι ο Κάγιο Μάρτιν υποδύεται τον νταή με μια απρόσμενη αυτοπεποίθηση που δεν ανταποκρίνεται στο σωματότυπό του: ένας μικρόσωμος, κοκκινομάλλης έφηβος (η σωματική σιγουριά μοιάζει να πηγάζει από την πραγματική του εμπειρία ως μποξέρ και skateboarder) που μπορεί να σου παγώσει το αίμα με ένα σκοτεινό βλέμμα κι ένα ειρωνικό μειδίαμα.
Η εμπνευσμένη από την «Carrie» κορύφωση σε αφήνει με την αίσθηση ότι θα ήθελες μία πιο καλοδουλεμένο, πρωτότυπη, δυνατή κάθαρση - χωρίς όμως να σε απογοητεύει. Ο Τσάρλι Πόλιντζερ είναι ένα όνομα που έσκασε στη συλλογική σινεφίλ συνείδηση κατευθείαν στα βαθιά και με πάταγο. Αυτό το σκηνοθετικό ντεμπούτο είναι ανατριχιαστικά απολαυστικό, μαεστρικά στυλιζαρισμένο και ωμά αληθινό. Ενα εμβριθές σινεμά είδους, στο οποίο προτείνουμε να βουτήξετε άφοβα.

