Οι ταινίες με πρωταγωνιστή τον Τζέισον Στέιθαμ τείνουν πλέον να μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους, τόσο ώστε πολλές φορές αλλάζει περισσότερο το σκηνικό παρά ο ίδιος ο ήρωας.

Ο πρώην πράκτορας, ο άνθρωπος με το σκοτεινό παρελθόν, ο μοναχικός επαγγελματίας που θέλει απλώς να ζήσει ήσυχα και τελικά αναγκάζεται να επιστρέψει στη δράση αποτελεί πλέον ένα σχεδόν αυτόνομο κινηματογραφικό είδος, με την «Ανταρσία» να επιχειρεί να του φορέσει ναυτική στολή και να τον ρίξει στη μέση ενός φορτηγού πλοίου γεμάτου μισθοφόρους, συνωμοσίες και ανθρώπους που έκαναν το λάθος να βρεθούν απέναντί του. Το πρόβλημα είναι πως η ταινία δεν δείχνει να έχει βρει έναν πραγματικά καινούργιο λόγο για να επαναλάβει αυτή τη συνταγή.

Οταν ένας έμπειρος ναυτικός αξιωματικός βρίσκεται στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης συνωμοσίας στη μέση του ωκεανού, το πλήρωμα του πλοίου διχάζεται και η ένταση ανεβαίνει. Καθώς η δυσπιστία και οι συγκρούσεις εξαπλώνονται ανάμεσα στους άνδρες, μια ανταρσία αρχίζει να διαμορφώνεται, απειλώντας να οδηγήσει το ταξίδι σε καταστροφική τροπή. Μέσα σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, η μάχη για τον έλεγχο του πλοίου γίνεται ζήτημα επιβίωσης.

Ο Ζαν-Φρανσουά Ρισέ γνωρίζει πολύ καλά πώς να κινηματογραφεί ένα action movie και να το φορτώνει με τις απαραίτητες υπερβολές, κάτι που είχε φανεί και στο «Εκτός Ελέγχου», όμως στη «Ανταρσία» η συγκεκριμένη προσέγγιση αποκτά την ίδια δυναμική. Η ιστορία του Κόουλ Ριντ, ο οποίος βλέπει τον δισεκατομμυριούχο εργοδότη του να δολοφονείται, κατηγορείται για το έγκλημα και καταλήγει πάνω σε ένα φορτηγό πλοίο κυνηγώντας τους υπεύθυνους, διαθέτει όλα τα απαραίτητα συστατικά ενός παλιομοδίτικου action thriller, αλλά το σενάριο των Λίντσεϊ Μίτσελ και Τζ. Π. Ντέιβις μοιάζει περισσότερο να συναρμολογεί γνώριμα κομμάτια γεμάτα κλισέ και ανατροπές που έρχονται από μίλια μακριά.

Η "Ανταρσία" μοιάζει έτσι περισσότερο με ακόμη μία στάση στη σταθερή διαδρομή του Στέιθαμ παρά με μια ταινία που θέλει πραγματικά να αλλάξει πορεία, γιατί, ας μη γελιόμαστε, το κοινό γνωρίζει ακριβώς τι να περιμένει από μια ταινία του Τζέισον Στέιθαμ, αλλά το να ξέρεις τη συνταγή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορείς και να την κάνεις (ξανά) ενδιαφέρουσα.»

Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στην έννοια της «ανταρσίας» που δίνει στην ταινία τον τίτλο της. Το φορτηγό πλοίο θα μπορούσε να γίνει ένας εφιαλτικός λαβύρινθος από μεταλλικούς διαδρόμους, στενούς χώρους, κοντέινερ και μηχανήματα, ένας χώρος όπου κάθε σύγκρουση θα αποκτούσε μεγαλύτερη ένταση επειδή οι χαρακτήρες δεν έχουν πού να κρυφτούν και σχεδόν καμία δυνατότητα διαφυγής. Αντί γι’ αυτό, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που περιμένει κανείς από μια τέτοια ιστορία δεν προσφέρει τελικά πολλά, καθώς το περιβάλλον λειτουργεί περισσότερο ως σκηνικό για τις συμπλοκές παρά ως ενεργό κομμάτι της αφήγησης.

Και οι ίδιες οι σκηνές δράσης δυσκολεύονται να ξεφύγουν από τα αναμενόμενα. Ο Στέιθαμ εξακολουθεί να έχει την απαιτούμενη φυσική παρουσία και η χορογραφία των μαχών δείχνει να στηρίζεται περισσότερο στη σωματικότητα και στις πρακτικές συγκρούσεις παρά σε ατελείωτο ψηφιακό θέαμα, όμως η σκηνοθεσία του Ρισέ δεν καταφέρνει πάντα να μετατρέψει αυτή την ενέργεια σε πάθος και να την αξιοποιήσει σε πραγματική αγωνία. Οι γροθιές πέφτουν, οι αντίπαλοι σωριάζονται και ο ήρωας προχωρά σχεδόν μηχανικά προς τον επόμενο στόχο, χωρίς η δράση να δημιουργεί εκείνη την αίσθηση κινδύνου που θα έκανε κάθε αναμέτρηση να μετράει.

Η «Ανταρσία» μοιάζει έτσι περισσότερο με ακόμη μία στάση στη σταθερή διαδρομή του Στέιθαμ παρά με μια ταινία που θέλει πραγματικά να αλλάξει πορεία, γιατί, ας μη γελιόμαστε, το κοινό γνωρίζει ακριβώς τι να περιμένει από μια ταινία του Τζέισον Στέιθαμ, αλλά το να ξέρεις τη συνταγή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορείς και να την κάνεις (ξανά) ενδιαφέρουσα.