Υπάρχουν σκηνοθέτες που επιστρέφουν διαρκώς στις ίδιες θεματικές, αναζητώντας κάθε φοράμια διαφορετική συναισθηματική ή αφηγηματική διαδρομή. Ο Γκαμπριέλε Μουτσίνο συγκαταλέγεται ανάμεσά τους. Από το «L'Ultimo Bacio» και το «Baciami Ancora», μέχρι και τα μεταγενέστερα «Οταν Ανθίζει η Νιότη» και «Πατέρας και Κόρη» , κινηματογραφεί ανθρώπους που αδυνατούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά, ζευγάρια παγιδευμένα σε όσα δεν τολμούν να ομολογήσουν και οικογένειες που δοκιμάζονται όχι τόσο από τις μεγάλες συγκρούσεις, όσο από την αργή συσσώρευση των ανείπωτων λέξεων.
Το «Οσα Δεν Λέγονται» μοιάζει εκ πρώτης όψεως να κινείται στο ίδιο γνώριμο έδαφος. Αυτή τη φορά, όμως, ο σκηνοθέτης επιχειρεί να εμπλουτίσει το οικογενειακό δράμα με τους μηχανισμούς ενός ψυχολογικού θρίλερ.
Η ιστορία ακολουθεί δύο φιλικά ζευγάρια που ταξιδεύουν στην Ταγγέρη. Ο Κάρλο, καθηγητής πανεπιστημίου, και η σύζυγός του Ελίζα προσπαθούν μάταια να αποκτήσουν παιδί, ενώ ο πρώτος διατηρεί παράλληλα μια κρυφή σχέση με τη νεότερη φοιτήτριά του, Μπλου, η οποία πιστεύει ότι εκείνος είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τον γάμο του για χάρη της.
Την ίδια στιγμή, ο Πάολο και η Ανα βιώνουν τη δική τους κρίση, με τη νευρωτική και ασφυκτικά προστατευτική σχέση της Ανα με την έφηβη κόρη τους, Βιτόρια, να αποκαλύπτει βαθύτερες οικογενειακές ρωγμές. Οταν η Μπλου εμφανίζεται απροσδόκητα στο ίδιο ταξίδι, οι συμπτώσεις μετατρέπονται σταδιακά σε υποψίες και οι υποψίες σε ένα μυστήριο που θα έχει τραγική έκβαση.
Το στοιχείο που κινεί το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι ο Μουτσίνο δεν αντιμετωπίζει εξαρχής την ιστορία σαν θρίλερ καθώς αφήνει περίπου το πρώτο μισό της ταινίας να αναπτυχθεί ως ένα δράμα σχέσεων, όπου κάθε χαρακτήρας μοιάζει να βρίσκεται σε ένα προσωπικό αδιέξοδο.
Οι διάλογοι στρέφονται γύρω από την απιστία, τη γονεϊκότητα, τη φθορά της επιθυμίας και την αδυναμία των πρωταγωνιστών να εκφράσουν αυτά που πραγματικά σκέφτονται. Ωστόσο, κάτω από αυτή την επιφάνεια υπάρχει μια διαρκής αίσθηση ανησυχίας. Η ταινία υπαινίσσεται από πολύ νωρίς πως κάτι πρόκειται να συμβεί και ο θεατής παρακολουθεί τις οικογενειακές συγκρούσεις σαν κομμάτια ενός παζλ που οδηγεί αναπόφευκτα σε μια τραγωδία.
Σκηνοθετικά, ο Μουτσίνο παραμένει αναγνωρίσιμος. Η κάμερά του βρίσκεται σχεδόν διαρκώς σε κίνηση, ακολουθεί τους χαρακτήρες σε κοντινά πλάνα, τους παρατηρεί να διασχίζουν δωμάτια, ξενοδοχεία και δρόμους της Ταγγέρης, δημιουργώντας την αίσθηση μιας μόνιμης συναισθηματικής αστάθειας και σύγχισης. Δεν ενδιαφέρεται για τη γεωμετρία του κάδρου όσο για την ένταση που παράγει η συνεχής κίνηση και η κάμερα μοιάζει να αναπνέει μαζί με τους ήρωες και να παρακολουθεί τις μικρές μεταβολές στο βλέμμα και στις χειρονομίες τους, σαν να προσπαθεί να συλλάβει τη στιγμή πριν καταρρεύσουν.
Η Ταγγέρη λειτουργεί ως κάτι περισσότερο από ένα απλό εξωτικό σκηνικό. Είναι ένας μεταβατικός χώρος, έξω απο το πεδίο ελέγχου τους, όπου οι κοινωνικοί ρόλοι αποδυναμώνονται και οι μάσκες πέφτουν. Μακριά από τη γνώριμη καθημερινότητα, οι χαρακτήρες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να κρυφτούν πίσω από τις συνήθειές τους. Ο Μουτσίνο εκμεταλλεύεται τους λαβυρινθώδεις δρόμους, τα παραθαλάσσια τοπία και τη διαρκή αίσθηση αποπροσανατολισμού για να ενισχύσει την ιδέα πως οι ήρωές του κινούνται σε ένα περιβάλλον όπου οι βεβαιότητές τους διαλύονται.
Η ταινία ξεκινά ως μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στις ρωγμές των ανθρώπινων σχέσεων και εξελίσσεται σε ένα ψυχολογικό μυστήριο που τελικά υπόσχεται περισσότερα απ’ όσα παραδίδει.»
Αυτό που λειτουργεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά είναι η σταδιακή μετατόπιση του ύφους. Η μουσική επένδυση, αν και αρχικά ακούγεται υπερβολικά μελοδραματική, αρχίζει σιγά σιγά να αποκτά μια διαφορετική λειτουργία. Τα κρουστά δεν συνοδεύουν απλώς τις συγκρούσεις, αλλά προετοιμάζουν ψυχολογικά τον θεατή πως υπάρχει κάτι ανείπωτο που περιμένει να αποκαλυφθεί. Το αποτέλεσμα είναι μια σχεδόν διαρκής αίσθηση προοικονομίας, που κρατά το ενδιαφέρον ακόμη κι όταν η αφήγηση κινείται με αργούς και κάπως προβλέψιμους ρυθμούς.
Το πρόβλημα όμως έγκειται στο ότι η ταινία δεν κατορθώνει να ισορροπήσει τις δύο ταυτότητές της. Οσο πλησιάζει στην αποκάλυψη του μυστηρίου, εγκαταλείπει σταδιακά την ψυχολογική παρατήρηση που είχε χτίσει με υπομονή και παρασύρεται από την ανάγκη να προσφέρει συνεχείς ανατροπές. Συμπτώσεις, αποκαλύψεις και δραματικές κορυφώσεις διαδέχονται η μία την άλλη με τέτοια συχνότητα που οι χαρακτήρες παύουν να μοιάζουν με πραγματικούς ανθρώπους και μετατρέπονται σε πιόνια της πλοκής.
Το ίδιο ισχύει και για τη μουσική, η οποία από αφηγηματικό εργαλείο καταλήγει συχνά να επιβάλλει το συναίσθημα στον θεατή. Σχεδόν κάθε δραματική κορύφωση συνοδεύεται από μια μουσική υπόκρουση που εξηγεί στο κοινό το τι πρέπει να αισθανθεί, αφαιρώντας από αρκετές σκηνές την πολυπλοκότητα που θα μπορούσαν να αποκτήσουν αν αφήνονταν να αναπνεύσουν.
Παράλληλα, ενώ η ταινία παρουσιάζεται ως ιστορία γύρω από «τα ανείπωτα», τελικά δεν εμβαθύνει όσο θα περίμενε κανείς στη σιωπή ως συνειδητή επιλογή. Το πραγματικό της ερώτημα δεν αφορά τόσο την απιστία ή την αποτυχία των σχέσεων, όσο το ηθικό βάρος της συγκάλυψης. Τι κάνεις όταν κάποιος που αγαπάς διαπράξει κάτι ασυγχώρητο; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αφοσίωση; Προστατεύεις τον άνθρωπό σου ή επιτρέπεις στη δικαιοσύνη να αποφανθεί; Είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δίλημμα, το οποίο η ταινία αγγίζει χωρίς ποτέ να εξερευνήσει πραγματικά, προτιμώντας να διατηρήσει την ένταση του μυστηρίου αντί να εστιάσει στις ηθικές του προεκτάσεις.
Οι ερμηνείες παραμένουν το πιο σταθερό στοιχείο της παραγωγής. Ο Στέφανο Ακόρσι αποδίδει με φυσικότητα έναν άνδρα παγιδευμένο ανάμεσα στην επιθυμία και την ενοχή, ενώ η Καρολίνα Κρεσεντίνι χαρίζει στην Ανα μια διαρκή αίσθηση ψυχικής απορρύθμισης χωρίς να την οδηγεί στην καρικατούρα. Η Μπεατρίτσε Σαβινιάνι προσδίδει στη Μπλου μια εύθραυστη αφέλεια της νεότητας, που καθιστά τον χαρακτήρα της περισσότερο τραγικό παρά απλώς καταλύτη της πλοκής.
Η ταινία ξεκινά ως μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στις ρωγμές των ανθρώπινων σχέσεων και εξελίσσεται σε ένα ψυχολογικό μυστήριο που τελικά υπόσχεται περισσότερα απ’ όσα παραδίδει. Η ατμόσφαιρα και η σταδιακή αποκάλυψη των μυστικών διατηρούν το ενδιαφέρον, όμως η διαρκής ανάγκη για μεγαλύτερη δραματική ένταση οδηγεί συχνά σε υπερβολές που αποδυναμώνουν το συναισθηματικό της βάρος. Μια ταινία με ενδιαφέρουσες ιδέες και σαφή σκηνοθετική πρόθεση, που όμως δεν καταφέρνει πάντα να τις μετατρέψει σε αντίστοιχα δυνατό κινηματογραφικό αποτέλεσμα.

