Είναι Απρίλιος του 1939, δύο μόλις εβδομάδες μετά από το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου και την επικράτηση του Φράνκο και ο Στρατηγός θέλει να παραθέσει ένα επίσημο γεύμα στους στρατηγούς του. Οι οδηγίες του είναι συγκεκριμένες και αυστηρές, θέλει το δείπνο να γίνει στο Hotel Palace στη Μαδρίτη, με μενού της επιλογής του, ζωντανή ορχήστρα και το καλύτερο κρασί. Και θέλει να γίνει σήμερα.
Ο λογαχός Μεδίνα, υπεύθυνος για το δύσκολο έργο της πραγμάτωσης της επιθυμίας του Φράνκο θα φτάσει στο Hotel Palace για να ανακαλύψει πως είναι πλέον νοσοκομείο που λειτουργεί ήδη από τις μέρες του Εμφυλίου. Η διαταγή όμως είναι διαταγή και μαζί με τον ιδιόκτητη του ξενοδοχείου, τον Χενάρο, θα ξεκινήσουν να μεταμορφώνουν τη σάλα του ξενοδοχείου που λειτουργεί ως χειρουργείο, επαναφέροντας την παλιά της αίγλη.
Η αναζήτησή των καλύτερων σεφ της πόλης θα οδηγήσει στις φυλακές, αφού «οι καλύτεροι μάγειρες είναι όλοι κομμουνιστές», τα ψάρια θα βρεθούν στη μαύρη αγορά, παρόλη τη διακήρυξη «ότι στην Ισπανία του Φράνκο δεν υπάρχει μαύρη αγορά» και το κόλπο στήνεται από νωρίς, καθώς μια απόδραση θα οργανωθεί, υπό την προϋπόθεση πως ο Ανχελ θα γεμίζει διαρκώς τα ποτήρια των στρατηγών με κρασί.
Βασισμένο στο θεατρικό έργο του Χοσέ Λουίς Αλόνσο ντε Σάντος, το «Δείπνο του Φράνκο» δεν βασίζεται σε κάποιο αληθινό γεγονός, αλλά θα μπορούσε, καθώς επιχειρεί ένα φρέσκο μιας ολόκληρης εποχής, μεταφέροντας μέσα στο σαλόνι ενός πάλαι πότε πολυτελούς ξενοδοχείου (μια σαφής αλληγορία για την Ισπανία) τη συνέχεια ενός εμφυλίου που όπως γνωρίζουμε δεν τελείωσε ποτέ. Ιδανική συνθήκη - η φρενήρης προετοιμασία ενός δείπνου - και για την κατάδειξη της ταξικής πυραμίδας μιας χώρας που στην κορυφή της θα απολάμβαναν τα προνόμια της εξουσίας οι στρατιωτικοί, αφήνοντας μόνο ερείπια (και κατεστραμμένα όνειρα) για τους από κάτω.
Ο τόνος είναι κωμικός ή καλύτερα σατιρικός, ακόμη και σε σκηνές που τολμούν να μην υπαινιχθούν, αλλά να καταδείξουν τη βία της εξουσίας στη μετεμφυλιακή Ισπανία. Σαν ένα «κεκλεισμένων των θυρών» όπου καθώς ο χρόνος περνάει και η ώρα για την άφιξη του Φράνκο πλησιάζει, ο ρυθμός ανεβαίνει, συγκίνηση και κωμικές καταστάσεις γίνονται η τέλεια συνταγή για το κυρίως πιάτο και οι παράλληλες ιστορίες αρχίζουν να μπλέκονται μεταξύ τους, φέρνοντας κοντά όλους τους «αταίριαστους» συνδαιτημόνες αυτής της… παρωδίας.
Στο κέντρο της - και ανάμεσα σε ένα πολυπληθές καστ - βρίσκονται οι δύο αναμφισβήτητοι πρωταγωνιστές της. Ο Μεδίνα του σταρ της Ισπανίας Μάριο Καζάς και ο Χέναρο του σπουδαίου ηθοποιού Αλμπέρτο Σαν Χουάν. Ο πρώτος υποδύεται με αφοπλιστικό τρόπο το όργανο του καθεστώτος που δεν παραδέχεται ότι ασφυκτιά μέσα σε έναν κόσμο υποκρισίας, βίας και τρόμου και ο δεύτερος παίζει με εξαιρετικό τρόπο τον με αποχρώσεις μεγαλείου σοφό άντρα που έχει τελειώσει με τις ψευδαισθήσεις και ονειρεύεται μια νέα ζωή μακριά από το ψέμα.
Η σχέση των δύο, καθώς εξελίσσεται σε μια ερωτική ιστορία που θα παραμείνει διακριτική αλλά και σαφής ως προς το μήνυμα που στέλνει μέχρι και το φινάλε, δίνει το στίγμα για όλες τις μικρές και μεγάλες ιστορίες που εξελίσσονται γύρω από αυτό το δείπνο, αλλά και αναδεικνύει την «ανισότητα» τους. Δεν είναι όλες ενδιαφέρουσες και δεν βρίσκουν όλες πάτημα στη προσπάθεια του έμπειρου, αλλά πάντα στο όριο μιας υπερβολικά feelgood διάθεσης που γλιστράει και στη φάρσα Μανουέλ Γκόμεζ Περέιρα («Στόμα με Στόμα», «Ο Ερωτας Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία», «Ανάμεσα στα Πόδια»). Στην προσπάθεια του να μην γίνει αυτό το «Δείπνο» ούτε υπερβολικά αστείο, αλλά ούτε και υπερβολικά σοβαρό, ο Περέιρα μένει κάπου στη μέση, κρατώντας τα συστατικά του χωρίς καρυκεύματα που δεν προτιμούν οι περισσότεροι, ολοκληρώνοντας ένα πλήρες δείπνο χωρίς όμως την επίγευση ενός ντελιριακού «επιδόρπιου» που θα έκανε την εμπειρία ακόμη περισσότερο απολαυστική.

