Η νέα ταινία του Κρίστιαν Πέτζολντ φέρει κάτι από την ονειρική ελευθερία των καλύτερων ταινιών του πιο διακεκριμένου εκπροσώπου της Σχολής του Βερολίνου.
Στο γνωστό μοτίβο μιας τραγικής στιγμής που αλλάζει τα πάντα προς το καλύτερο, η νεαρή Λάουρα θα επιζήσει ενός σφοδρού δυστυχήματος που θα βρει νεκρό τον λίγων μηνών σύντροφό της και θα αναζητήσει καταφύγιο και στέγη σε μια γυναίκα που ζει μόνη της σε ένα αγροτόσπιτο στην εξοχή. Μυστηριώδης, παγωμένη απέναντι σε ό,τι έχει συμβεί, σαν να αναζητά ταυτόχρονα θέση στον κόσμο και μια νέα ταυτότητα, η Λάουρα - ερμηνευμένη εξαιρετικά από την μόνιμη πλέον μούσα του Πέτζολντ, Πάουλα Μπιρ, εδώ στην τέταρτη συνεργασία τους - θα γίνει ο καθρέφτης μιας γυναίκας που θα βρει στην Λάουρα τη νεκρή της κόρη σε ένα ριψοκίνδυνο παιχνίδι απώλειας και διεκδίκησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι «Αντικατοπτρισμοί», το νιώθεις, ότι έχουν ξεκινήσει πολύ πριν την πρώτη σκηνή τους και όπως είναι φυσικό συνεχίζονται και μετά τους τίτλους τέλους. Στο ενδιάμεσο, ο Πέτζολντ μοιάζει όχι μόνο να επισκέπτεται το σύνολο του έργου του, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι εμφανές με την πρώτη ματιά, αλλά και να επαναλαμβάνει το απόσταγμα της θεματικής των αντανακλάσεων, των δυαδικοτήτων και των μεταμορφώσεων που τις διατρέχει όλες.
Στους «Αντικατοπτρισμούς» μπορείς να ανακαλύψεις την παράδοξη σχέση μητέρας κόρης που υπήρχε στην - άγνωστη στους περισσότερους - ταινία του, τα «Φαντάσματα» του 2005, η στοιχειωμένη ηρωίδα της Πάουλα Μπιρ θυμίζει τη Γιέλα της Νίνα Xoς στο «Yella» του 2007, το δυστύχημα στην αρχή επαναλαμβάνει την ίδια σκηνή από τον «Κόκκινο Ουρανό» του 2023, ενώ οι μύθοι - ειδικά εδώ του Ορφέα - συναντά το γοητευτικό ατελές σύμπαν της «Νύμφης του Νερού» του 2021. Περισσότερο όμως συναντάς μια ζωή που ξεπηδάει από το θάνατο, ένα παιχνίδι μεταμορφώσεων και ανταλλαγής (ή και κλοπής) ταυτοτήτων που επιστρέφει στο μεγάλο αριστούργημα του Πέτζολντ, το «Τραγούδι του Φοίνικα», εδώ σε μια ταινία χωρίς ιστορικό παρελθόν, παρόν και μέλλον, αλλά με μια συμβολική δύναμη που θα μπορούσε να αναφέρεται σε κάθε εποχή.
Σαν ένας αστικός (εδώ μάλλον επαρχιακός) θρύλος, οι «Αντικατοπτρισμοί» αφηγούνται μια ιστορία που μοιάζει αρχετυπική, καθώς στην καρδιά τους βρίσκεται μια ιστορία αναγέννησης. Η Λάουρα (όχι τυχαίο το όνομα, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Πέτζολντ, αναφερόμενος στο κλασικό φιλμ νουάρ του Οτο Πρέμινγκερ - μια ταινία πολλαπλών και σαγηνευτικών αντανακλάσεων με ηρωίδα μια… νεκρή) θα υποδυθεί ρόλους που άλλοτε επιλέγει η ίδια και άλλοτε οι άλλοι, μαθαίνοντας στην πραγματικότητα να ζει από την αρχή. Απόλυτα παρούσα, αλλά την ίδια στιγμή και απούσα από τη νέα της ζωή, αποκομμένη τελείως από αυτό που ήταν πριν (και ίσως και αυτό που θα είναι μετά) μοιάζει περισσότερο με την ηρωίδα ενός μύθου που εμφανίζεται από το πουθενά με μοναδικό σκοπό να τον επιβεβαιώσει.
Χωρίς συγκεκριμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που γεννιούνται διαρκώς στον θεατή - πράγμα όχι πάντα λειτουργικό και σίγουρα περιοριστικό, οι «Αντικατοπτρισμοί» παραμένουν όμως σε όλη τους τη διάρκεια μια γοητευτικά αινιγματική ταινία. Φωτισμένη με το διάφανο φως του καλοκαιριού, θυμίζει την εμπειρία του να διαβάζεις ένα διήγημα ή να ακούς μια μικρή σουίτα (όπως αυτή την ομότιτλη του Μορίς Ραβέλ που χάρισε και τον πρωτότυπο τίτλο στην ταινία - «Miroirs No.3») και μόνο μετά το τέλος τους να αρχίζεις να ενώνεις τα κομμάτια της συναισθηματικής τους δύναμης.

