Αυτή είναι η ταινία με την οποία η gen z βρήκε τον δικό της Τζον Κάρπεντερ. Μακράν απέχει το «Obsession» του Κάρι Μπάρκερ από ένα «Christine» ή ένα «In the Mouth of Madness», όμως έχει τις σωστές ανησυχίες (ακόμα και τις σωστές κοινωνικές προεκτάσεις) για το νεανικό κοινό των 2020s και, προς τιμήν του, δεν αναλώνεται σε αναφορές και «τρυφερή» απομίμηση του σινεμά παλαιότερων δεκαετιών. Εκεί, βέβαια, κάπου, τελειώνουν και τα πλεονεκτήματά του.
Εάν το «Obsession» μείνει στην ιστορία, θα είναι περισσότερο για την παραγωγική πλευρά του: μια ταινία που κόστισε 750.000 δολάρια, πουλήθηκε για 15 εκ. δολάρια κι έχει ήδη ξεπεράσει τα 290 εκ. δολάρια σε εισπράξεις παγκοσμίως (για την τάξη μεγέθους, η μεγάλη κριτική και εισπρακτική φετινή horror επιτυχία, το «Sinners», μετρά περίπου 370 εκ. δολάρια σε εισπράξεις, αλλά κόστισε και 90 εκ. για να γίνει.
Στο δια ταύτα, το «Obsession» ακολουθεί στα χνάρια δεκάδων teen horror movies. Σε μια τετραμελή παρέα εικοσάρηδων, ο Μπερ (μάλλον μονοκόματος αλλά και... αξιόπιστος σαν αρκούδα), είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Νίκι (η Ιντι Νάβαρετ... καταπίνει το ρόλο κι αποκαλύπτει ένα πληθωρικό ταλέντο και μια, πραγματικά, δαιμόνια ένταση), που μάλλον τον βλέπει φιλικά. Ο Μπερ θα βρει ευκαιρία να πάρει στη Νίκι ένα δώρο, ένα συλλεκτικό κουτάκι που σου εξασφαλίζει μία και μοναδική ευχή. Την ευχή θα καταλήξει να κάνει ο Μπερ και θα είναι, φυσικά, η Νίκι ν' ανταποδώσει με πάθος τα αισθήματά του για εκείνη. Πρόσεχε τι εύχεσαι λέει ο λαός (και αυτές οι δεκάδες teen horror movies αλλά και το «Πόδι της Μαϊμούς» του Γουίλιαμ Τζέικομπς που βρίσκει εδώ άλλη μια μεταφορά του) και, ξαφνικά, η Νίκι θα τον αγαπήσει. Παράφορα. Αυτό που αρχικά θα ξεκινήσει ως ιδανική σχέση (άφθονο σεξ, ωραίες συζητήσεις, dates σε εστιατόρια, βόλτες και οικεία σαχλαμάρα), θα εξελιχθεί σε μια παράνοια, καθώς η Νίκι, που διακατέχεται από την απόλυτη εμμονή για τον Μπερ, θα μεταμορφωθεί σε μια υπερ-κτητική σύντροφο που δεν γνωρίζει όρια και που είναι «προγραμματισμένη» να κάνει τα πάντα - όμως τα πάντα - για να μείνει ο Μπερ δικός της και μόνο.
Σεναριακά η ταινία κερδίζει πόντους χάρη σ' ένα πετυχημένο, φρέσκο χιούμορ. Ωστόσο η σχέση Μπερ-Νίκι, όσο κι αν υπερβατική, δίνει τροφή για ελαφρώς βαθύτερες συζητήσεις, για παράδειγμα τι σημαίνει για το κορίτσι ότι το αγόρι την αναγκάζει (έστω, με μάγια) να τον ερωτευτεί, αλλά απογοητεύεται όταν εκείνη δεν έχει ακριβώς το προφίλ που θέλει, ή εάν η ξέσαλλη ζήλεια της Νίκι (όμως σε βαθμό που παραμονεύει στο σκοτάδι, κινείται σαν αυτόματο ή σαν ανατριχιαστική μαριονέτα ή ακόμα με την όπισθεν, ουρλιάζει χωρίς σταματημό όταν νιώθει ότι η σχέση της απειλείται - κι αυτά είναι μόνο η αρχή), έχει στοιχεία με τα οποία ο καθένας μπορεί, τελικά, να ταυτιστεί. Κι εφόσον ο έρωτας της Νίκι για τον Μπερ είναι επιβεβλημένος κι όχι αυθόρμητος, μήπως αυτό κάνει τη δική της συμμετοχή στη σχέση τους μη-συναινετική;
Σαφώς ο 26χρονος Κάρι Μπάρκερ, της ως τώρα φήμης του «Milk & Serial», της ωριαίας ταινίας τρόμου (found footage) που γύρισε μόνος του και ανέβασε στο YouTube, δεν έχει ως προτεραιότητα τον κοινωνικό συλλογισμό, όμως τα ίχνη αυτών των ιδεών κάνουν το φιλμ πιο ενδιαφέρον. Η σκηνοθεσία του, από την άλλη πλευρά, απλή, ανεπιτήδευτη, χωρίς προφανείς αναφορές, αλλά μάλλον και χωρίς τον έντονο ρυθμό που θα έκανε το «Obsession» ένα πετυχημένο, καταιγιστικό θρίλερ, έχει μια αυθεντικότητα που δεν μπορείς παρά να εκτιμήσεις, κυρίως όταν βλέπεις ένα κεφάλι να χτυπιέται επίμονα πάνω σ' ένα τιμόνι ώσπου να γίνει κιμάς, ή μια πόρτα σφραγισμένη με τόση πολλή μονωτική ταινία που μοιάζει ζωντανή.
Κάπου εκεί εξαντλείται και το ενδιαφέρον για το «Obsession» ως ταινία, σε μια ισορροπημένα φρικιαστική, τρυφερή και σύγχρονη ματιά στον τρόμο κι άλλο τόσο πρωτόλεια και άρυθμη. Και ξαναξυπνά, το ενδιαφέρον, στη σκέψη ότι τόσο το «Obsession», όσο και το «Backrooms», είναι ταινίες δυο εικοσάχρονων που με το τίποτα (και με τη φαντασία και το θάρρος τους), έκαναν τα στούντιο να υποκλιθούν στην επιτυχία τους και το συνομίληκό τους κοινό να ξανασυζητά για τις ταινίες. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

