H «Γοητεία της Αμαρτίας», όπως έμεινε (μάλλον ανώφελα) γνωστό στην Ελλάδα το «Conversation Piece» του Λουκίνο Βισκόντι, μοιάζει με κύκνειο άσμα και ιδανικό τελευταίο κεφάλαιο σε μια φιλμογραφία που αναμετρήθηκε μετωπικά και με πρωτοφανές θάρρος με τις θεματικές του αμείλικτου χρόνου που περνάει, των γηρατειών, του τέλους του μεγαλείου, της ανόδου και της αναπόφευκτης πτώσης του ανθρώπινου είδους, της μοναξιάς και τελικά της επιθυμίας που παραμένει το μοναδικό πράγμα που κάνει τον κόσμο να συνεχίζει να γυρίζει.
Γυρισμένη το 1974, η «Γοητεία της Αμαρτίας» υπήρξε η νομοτελειακή κατάληξη μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους στη ζωή του Λουκίνο Βισκόντι. Το 1973, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Λούντβιχ» έπαθε ένα εγκεφαλικό που τον ανάγκασε να μείνει καθισμένος σε αναπηρική καρέκλα, η δημόσια παράλληλη σχέση του εραστή του Χέλμουτ Μπέργκερ με την Μαρίζα Μπερενσόν θα τον ισοπέδωνε συναισθηματικά και η διασκευή του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ φαινόταν ότι πλέον θα έμενε για πάντα στο συρτάρι.
Στην τελευταία του συνεργασία με την Σούσο Κέκι Ντ’ Αμίκο στο σενάριο, ο Βισκόντι γράφει εδώ ένα σχεδόν μονόπρακτο, που διαδραματίζεται σε ένα μόνο χώρο, σαν να θέλει να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα την αδυναμία κίνησης του αλλά και να την εκμεταλλευτεί για ένα ασφυκτικό πορτρέτο ενός άνδρα που λίγο πριν συναντήσει το θάνατο θα γευτεί για τελευταία φορά την ζωή που είχε κλείσει έξω από τις βαριές πόρτες του γεμάτου βιβλία, πίνακες και συλλεκτικές «αναμνήσεις» αρχοντικού του.
Ο συνταξιούχος Αμερικάνος καθηγητής (που λειτουργεί εδώ περισσότερο και από τον Ντεργκ Μπόγκαρντ στο «Θάνατο στη Βενετία» ως alter ego του ίδιου του Βισκόντι), βρίσκεται σε ένα σημείο της ζωής του που δεν θα αγοράσει ξανά έναν ανεκτίμητο πίνακα, δεν θα νοικιάσει τον πάνω όροφο του σπιτιού του που θέλει να τον μετατρέψει σε μια τεράστια βιβλιοθήκη, δεν θα βγει ξανά έξω από ένα «μαυσωλείο» που με τη μπογιά μιας άλλης εποχής, ενός περασμένου μεγαλείου και μιας συνειδητοποίησης πως το τέλος είναι κοντά, σκεπάζει με παχύ στρώμα κάθε πιθανότητα ζωής.
Μέχρι τη στιγμή που μια οικογένεια που αποτελείται από την μητέρα (σύζυγο ενός φασίστα εργοστασιάρχη), τον εραστή της (έναν Γερμανό ζιγκολό με συμμετοχή σε αντιστασιακές ομάδες), την κόρη της (ένα κορίτσι στο μεταίχμιο της αθωότητας με την διαφθορά) και τον εραστή της (έναν φέρελπι φαινομενικά συντηρητικό επιχειρηματία) θα τον πείσει να τους νοικιάσει τον πάνω όροφο για να μείνουν οι δύο νέοι.
Μέχρι τη στιγμή δηλαδή που τα ξέφρενα 70s θα τρυπήσουν το βαρύ διάκοσμο μιας ακίνητης, τακτοποιήμενης, ζωής που μοιάζει να έχει μείνει κολημμένη στο παρελθόν και θα φέρουν το χάος, με τον ίδιο τρόπο που η κόμισσα Μπρουμόντι θα ανοίξει το από χρόνια σφραγισμένο παράθυρο στον πάνω όροφο και το φως θα προκαλέσει πολλαπλά σοκ διαλύοντας μεμιάς το σκοτάδι ενός κόσμου αποκλεισμένου από την εποχή του.
Ισορροπώντας αξιοθαύμαστα πάνω σε μια ριψοκίνδυνη λεπτή γραμμή, ο Λουκίνο Βισκόντι σκηνοθετεί στην πραγματικότητα επί δύο ώρες τη σύγκρουση της σιωπηλής παραιτημένης ακινησίας του Καθηγητή με την αεικίνητη, θορυβώδη, διαρκώς σε εκργήγορση κίνηση της «οικογένειας». Παρά τη φαινομενική του άρνηση να αποδεχθεί τη «βιαιότητα» της ύπαρξης μιας οικογένειας με την οποία δεν έχει τίποτα κοινό, ο Καθηγητής γοητεύεται ξεχωριστά από το κάθε μέλος της για να φαντασιωθεί/υποδυθεί τον εραστή, τον πατέρα, τον έμπιστο του καθενός ξεχωριστά σε μια τελευταία παράσταση που του επιφυλάσσει η ζωή.
Το "Conversation Piece" μπορεί όμως, ακόμη και μέσα στην ατελή του κατασκευή να θεωρηθεί πιο μοντέρνα του στιγμή, ένα απόσταγμα σοφίας, queer και camp ίσως όσο ποτέ, μια βαθιά ειλικρινής συμφιλίωση ηλικιών, τάξεων, εποχών και επιθυμιών με το βλέμμα ενός μεγάλου δημιουργού που κλεισμένος μέσα σε ένα περιορισμένο χώρο μπόρεσε να σκηνοθετήσει την πιο αχανή αγωνία του ανθρώπου: τη στιγμή που στέκεται γεμάτος απέναντι στο θάνατο.»
Είναι χαρακτηριστική (και κλασική του σινεμά των 70s) η στιγμή που ο Καθηγητής θα βρει στο σαλόνι του την κόρη της οικογένειας και τους δύο εραστές της να ερωτοτροπούν όλοι μαζί, σε μια ηδονοβλεπτική αφασία που θα τον χρίσει εν δυνάμει «πρωταγωνιστή» χωρίς να συμμετέχει παρά μόνο με το βλέμμα. Και είναι σέξι στα όρια του μοντέρνου σινεμά που ποτέ (άδικα) δεν θα αποδοθεί στον Βισκόντι ο τρόπος που ο Καθηγητής φυλακίζει τον Γερμανό εραστή όταν αυτός θα πέσει θύμα ξυλοδαρμού φροντίζοντας τον σαν ένα απαγορευμένο τρόπαιο.
Μετατοπίζοντας διαρκώς την διάθεση από μια υπαρξιακή μελαγχολία σε ένα γκροτέσκο ντελίριο, ο Λουκίνο Βισκόντι υποδέχεται τη νέα εποχή με ακόμη μια ελεγεία για το τέλος της αριστοκρατίας, μιλώντας ωστόσο με μια διάθεση αστεϊσμού, αυτό-σαρκασμού και πικρής ελαφρότητας για κάτι μεγαλύτερο. Τα βήματα, οι ήχοι, οι εργασίες που ακούγονται από τον πάνω όροφο (και αυτή η συμβολική τρύπα που θα ενώσει τα δύο πατώματα), διαβρώνοντας την ησυχία μιας στάσης αναμονής δεν είναι παρά μια προετοιμασία για το τέλος που ο Καθηγητής μπορεί πλέον να προσμένει με την ανυπομονησία που του έχει χαρίσει η («είμαστε κάπως αιμομικτικοί») «οικογένεια» που δεν γνώρισε ποτέ.
Τη σύνθεση του υπαρξιακού horror, της 70s ελευθεριότητας, ενός κυνισμού που θα υποδεχτεί οριακά τα 80s και της μελαγχολίας που μοιάζει να (σε) τρυπάει ακριβώς εκεί που νιώθεις θωρακισμένος αναλαμβάνει ο χορός στον οποίο ο Βισκόντι δίνει το ελευθέρας ενός άναρχου αυτοσχεδιασμού: η πιο γκροτέσκα από όλους, απόκοσμη ως είδωλο Σιλβάνα Μάγκανο που ανεβαίνει κλίμακες camp προκειμένου να έρθει αντιμέτωπη με την υποκρισία της ύπαρξής της, ο ηδυπαθής Χέλμουτ Μπέργκερ, αντικείμενο του πόθου του ίδιου του Βισκόντι και μιας ολόκληρης γενιάς στο ρόλο ενός επαναστάτη που θα πληρώσει με τη ζωή του ισόποσα την επιθυμία και την πολιτική του ανυπακοή, η αθώα μέχρι αποδείξεως του εναντίον Κλαούντι Μαρσάνι και ο Στέφανο Πατρίζι, οι δύο τους το νέο ζευγάρι που θα οικοδομήσει τη νέα Ιταλία και εποχή.
Ο καθρέφτης τους είναι ο Καθηγητής, που ο Μπαρτ Λάνκαστερ, στη δευτερη εδώ συνεργασία του με τον Λουκίνο Βισκόντι μετά τον «Γατόπαρδο» (η ιστορία θέλει τους παραγωγούς να συμφωνούν να γίνει η ταινία λόγω της κατάστασης του Βισκόντι επειδή ο Λανκάστερ τους υποσχέθηκε ότι θα τον αντικαθιστούσε ανά πάσα στιγμή πίσω από τη κάμερα) τον υποδύεται με μια σπαρακτική αγωνία. Όσα στερείται η ταινία σε συνέπεια από την σε στιγμές ανεξέλεγκτη παρουσία όλου του υπόλοιπου καστ (που δεν το βοηθάει και η αγγλική γλώσσα), το συμπληρώνει ο Λάνκαστερ με σκηνές όχι μόνο βαθιά συγκινητικές και ανθρώπινες αλλά και σχεδόν, αποκολλημένες από το μπαρόκ περιτύλιγμα, νεορεαλιστικές.
Ο Βισκόντι τον κινηματογραφεί αποδίδοντας του όχι μόνο ευγένεια, αξιοπρέπεια, σεξ απίλ και μια σοφία που θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά και ιδιότητες ενός ανθρώπου που αφήνεται να παραδοθεί στην επιθυμία έτοιμος (σαν από καιρό) για το τελευταίο του πέρασμα από αυτόν τον κόσμο. Οι αναμνήσεις του από τις γυναίκες της ζωής τους (η μητέρα του - την υποδύεται η Ντομινίκ Σαντά, η σύζυγος του - η Κλαούντια Καρντινάλε σε ένα αποθεωτικό cameo) έρχονται και αυτές σαν φαντασιώσεις μιας ζωής που στερήθηκε, αλλά που ίσως την τελευταία στιγμή μπορεί να αναπληρώσει - ακριβώς στο σημείο ενός κόσμου που περνάει από την άνευ όρων απόλαυση στo τέλος των ψευδαισθήσεων.
Σαν ένα «Conversation Piece» - όρος που περιγράφει μοτίβο ζωγραφικών πινάκων του 18ου αιώνα που απεικονίζουν μέλη μιας οικογένειας σε καθημερινές ασχολίες, ο Βισκόντι συνομιλεί με τον «Θάνατο στη Βενετία» και φτιάχνει το πορτρέτο ενός κόσμου μέσα στον οποίο θα μπορούσε και ο ίδιος να ανήκει και να πεθάνει. Η «Γοητεία της Αμαρτίας» δεν θα ήταν όμως το κύκνειο άσμα του, καθώς ο Λουκίνο Βισκόντι θα γύριζε τον «Αθώο» το 1976, κλείνοντας το έργο του με μια ανεπανάληπτη τραγωδία - σε άλλο τελείως τόνο από αυτήν την ταινία - πάνω στον πόθο και την ενοχή.
Το «Conversation Piece» μπορεί όμως, ακόμη και μέσα στην ατελή του κατασκευή να θεωρηθεί πιο μοντέρνα του στιγμή, ένα απόσταγμα σοφίας, queer και camp ίσως όσο ποτέ, μια βαθιά ειλικρινής συμφιλίωση ηλικιών, τάξεων, εποχών και επιθυμιών με το βλέμμα ενός μεγάλου δημιουργού που κλεισμένος μέσα σε ένα περιορισμένο χώρο μπόρεσε να σκηνοθετήσει την πιο αχανή αγωνία του ανθρώπου: τη στιγμή που στέκεται γεμάτος απέναντι στο θάνατο.
Αναζητήστε εδώ περισσότερες επανεκδόσεις στα θερινά σινεμά.

