Δεν φτάνουν ούτε τα 100 xρόνια που κλείνει φέτος ο «Φάουστ» για να προλάβεις να αναλύσεις σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο ο Φ.Β. Μουρνάου, στην τελευταία του εδώ ταινία στη Γερμανία, μεταποιεί έναν τόσο αρχετυπικό μύθο, φτάνοντας πιο πίσω από την ήδη εμβληματική του μεταποίηση από τον Γκέτε για να αγγίξει την πρωτογενή του ουσία που δεν είναι άλλη από ένα (πικρά) αστείο παραμύθι για τη χωρίς νικητή μάχη της ανθρωπότητας ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Εμπνευσμένος από την αληθινή ιστορία του Γιόχαν Γκέοργκ Φάουστ (1480-1540) που έκανε συμφωνία με τον Διάβολo (!) προκειμένου να αποκτήσει γνώση και επίγεια αγαθά, αλλά και με πολλαπλές αναφορές τόσο στο θεατρικό έργο του Γκέτε (1829), την τραγωδία του Μάρλοου «Δόκτορ Φάουστους» (1592) και την ομότιτλη όπερα του Γκουνό (1859), o Mουρνάου πολλαπλασιάζει το μύθο και φτιάχνει ένα έργο τέχνης που λειτουργεί με όλους τους παραπάνω τρόπους (θεατρικό, τραγωδία, όπερα) και ακόμη περισσότερους. Σαν να επρόκειτο για τη μια και μοναδική ιστορία του κόσμου όπως δεν την ξαναείπε κανείς.

Με πρωτοφανές θάρρος (ναι, ίσως είναι και αλαζονία - άλλωστε το ένα περικλείει το άλλο), ο Μουρνάου έρχεται μετά την τεράστια επιτυχία του «Ο Τελευταίος των Ανθρώπων» και τον «Ταρτούφο» του για να κλείσει όλους τους ανοιχτούς λογαριασμούς με τη Γερμανία και το μεγάλο σινεμά που οραματίστηκε. Και ο μύθος του «Φάουστ» μοιάζει ιδανικός, ειδικά όταν διαβάζεται εδώ ολοκληρωτικά απενοχοποιημένος από τη σοβαροφάνεια που τον εγκλώβισε μέσα στους αιώνες για να γίνει στα χέρια του Μουρνάου μια (σε στιγμές τρομακτική) παραβολή φτιαγμένη να διαρρήξει τα στεγανά των κινηματογραφικών ειδών και να δημιουργήσει ένα καινούριο από την αρχή, ικανό να αλλάζει μορφές, διαθέσεις, τόνους και μηνύματα σε μια αέναη αφήγηση που σαγηνεύει και υπνωτίζει.

Ολα ξεκινούν από ένα στοίχημα ανάμεσα σε έναν Αρχάγγελο και τον δαίμονα Μεφίστο. Αν ο δεύτερος καταφέρει να διαφθείρει έναν ενάρετο άνθρωπο θα κυριαρχήσει πάνω στον κόσμο. Το θύμα είναι ο Φάουστ, ένας αλχημιστής που όταν ο δαίμονας προκαλέσει μια θανατηφόρα επιδημία που αφανίζει του συνανθρώπους του, θα κάνει μαζί του μια συμφωνία προκειμένου να τους σώσει. Oταν όμως δει ότι δεν τα καταφέρνει, θα επαναλάβει τη συμφωνία προκειμένου να ζητήσει από τον Μεφίστο να τον κάνει νέο. Δεμένος πλέον με τον Δαίμονα, θα κυνηγήσει τον έρωτα της ζωής του, καταλήγοντας τελικά να ζει μέσα στη δυστυχία, αλλά, νικώντας κατά κράτος το κακό, θα αφήσει ελεύθερη την αγάπη να γίνει η κινητήριος δύναμη των πάντων.

Αναζητήστε εδώ περισσότερες επανεκδόσεις στα θερινά σινεμά.

O Μουρνάου δεν αφήνει καμία σκηνή, ακόμη και την πιο ασήμαντη, ακάλυπτη από την εικαστική φιλοσοφία που θέλει τον "Φάουστ" να είναι μια ταινία για τη μάχη του καλού με το κακό στη μορφή ενός μεγαλειώδους πειρασμού. Ως άλλος Μεφίστο, ο Μουρνάου σαγηνεύει με κάθε μέσο το θεατή, ανταλλάσσοντας εδώ την απόλαυση με δαιμόνιες εικαστικές ακολασίες, παρασύροντας τον τελικά σε ένα roller coaster με προορισμό το απόλυτο δέος.»

Μια αρχετυπική ιστορία είναι ο «Φάουστ» που ο Μουρνάου χρησιμοποιεί - ως άλλος Μεφίστο - προκειμένου να αφηγηθεί το υπαρξιακό αδιέξοδο ενός ανθρώπου που αναζητά την ευτυχία αλλού από όπου εκείνη βρίσκεται σε ένα διαχρονικό μήνυμα για την ανθρωπότητα. Πριν καταλήξει στην παντοδυναμία της αγάπης, θα έχει αναμετρηθεί και ο ίδιος με τα πολλαπλά προσωπεία του κακού στην αιώνια μάχη του με το καλό.

Χαρακτηριστικότερο, όμως, και από το παραμυθένιο love story όμως ανάμεσα στον Φάουστ και την Γκρέτσεν που θα οδηγήσει στο «love conquers all» είναι το «love story» ανάμεσα στον Φάουστ και τον Μεφίστο. Μια queer διακήρυξη (όχι τυχαία από τον γκέι Μουρνάου) που παίζει με τις δυαδικότητες και τον καθρέφτη που αντανακλά τον πραγματικό μας εαυτό, αλλά ενσωματώνει (εν είδει κωμωδίας εδώ) τον Μεφίστο σε κάθε περίπτυξη του ζευγαριού, ανοίγοντας την εικόνα σε μια αντίληψη για την αντρική κυριαρχία που σπάει τα ταμπού και τόσο πρώιμα οραματίζεται μια διαφορετική «χορογραφία» ανάμεσα στον άντρα κυνηγό και τον άντρα θύμα. Ακόμη κι αν ο Εμίλ Γιάνινγκς, εδώ στην τρίτη του συνεργασία με τον Μουρνάου, δεν υποδυόταν τον Μεφίστο με την δηκτική εξωστρέφεια ενός «εραστή», διαρκώς και απενοχοποιημένα in drag, ο Μουρνάου είχε αποφασίσει πως ο τόνος του «Φάουστ» θα είναι διαταραγμένα ελαφρύς, διακινδυνεύοντας (και ειδικά στα μάτια του σύγχρονου θεατή) να ξεγελάσει για το απέραντο σκοτάδι που απλώνεται πάνω από τους φαινομενικούς αστεϊσμούς του.

Αν τελικά δεν μπορείς να ξεγελαστείς και παραδίνεσαι άνευ όρων στην κατασκευή του Μουρνάου είναι γιατί τα 100 χρόνια που έχουν περάσει από την έξοδο του, είναι απαραίτητα για να να δώσουν το χρόνο να εξηγήσεις τον οπτικό θρίαμβο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια ακόμη και του σημερινού θεατή - και ειδικά σε μια εποχή όπου η επιστροφή στα πρακτικά εφέ κερδίζει έδαφος απέναντι στην τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.

Κάθε πλάνο του «Φάουστ» είναι ένα έργο τέχνης, φτιαγμένο με αμιγώς κινηματογραφικά μέσα, σε ένα διαρκές και απόλυτα ενσωματωμένο στην αφήγηση εξπρεσιονιστικό παιχνίδι με το φως και τις σκιές. Μπορεί το ακόμη και σήμερα αδιανόητο αποτέλεσμα να οφείλεται σε τεχνικές που δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί για να έχουν όνομα, πολλαπλές κάμερες σε ταυτόχρονη λειτουργία και προϋπολογισμό που έκαναν το «Φάουστ» την πιο ακριβή γερμανική ταινία που γυρίστηκε ποτέ (μέχρι τον επόμενο χρόνο να της κλέψει τον τίτλο το «Metropolis»), όμως είναι η ποίηση στο βλέμμα του Μουρνάου που διαπερνά τις εικαστικές αναφορές, τις τεχνικές ακροβασίες (το ταξίδι του Μεφίστο με τον Φάουστ πάνω από τη Γερμανία είναι πέραν από την έννοια της σκηνής ανθολογίας) και τα ειδικά εφέ για να φτάσει σε ένα ανομολόγητο ντελίριο οπτικού θριάμβου.

Θα αρκούσαν οι πρώτες σκηνές με τον Μεφίστο σαν μαύρο πέπλο πάνω από την πόλη να σπέρνει το κακό, οι διπλοτυπίες που οργασμικά δημιουργούν διαρκώς μια τρισδιάστατη εντύπωση σχεδόν από το πουθενά, ένα φινάλε που όσο διαρκεί εκρήγνυται για να αποκαλύψει την ουσία του σινεμά ως μια τέχνη πρωτίστως της εικόνας. Ομως ο Μουρνάου δεν αφήνει καμία σκηνή, ακόμη και την πιο ασήμαντη, ακάλυπτη από την εικαστική φιλοσοφία που θέλει τον «Φάουστ» να είναι μια ταινία για τη μάχη του καλού με το κακό στη μορφή ενός μεγαλειώδους πειρασμού. Ως άλλος Μεφίστο, ο Μουρνάου σαγηνεύει με κάθε μέσο το θεατή, ανταλλάσσοντας εδώ την απόλαυση με δαιμόνιες εικαστικές ακολασίες, παρασύροντας τον τελικά σε ένα roller coaster με προορισμό το απόλυτο δέος.

Οταν εκεί, η συμφωνία με τον Διάβολο θα σπάσει στο άκουσμα της λέξης «αγάπη», ο Μουρνάου θα έχει ολοκληρώσει ένα opus που θα τον στείλει οριστικά στην Αμερική (και στο απόλυτο αριστούργημα της «Αυγής»), αφήνοντας τον σε στιγμές ατελή του «Φάουστ» ως μια τρανή απόδειξη για τον τίτλο του ως έναν από τους σπουδαιότερους αφηγητές που θα γνώριζε ποτέ το σινεμά.