Η μνήμη στον κινηματογράφο λειτουργεί συχνά σαν καταφύγιο. Στο «Για Σένα» του Αλεσάντρο Αροναντίο μετατρέπεται σταδιακά σε μια αργή μορφή εξαφάνισης, σε μια διαδικασία όπου ένας άνθρωπος βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό να σβήνει πριν ακόμη χαθεί ολοκληρωτικά από τον κόσμο γύρω του. Το θέμα κουβαλά τεράστια συναισθηματική δύναμη και η ταινία δείχνει από την πρώτη στιγμή πως θέλει να ακουμπήσει πάνω σε αυτή τη βαθιά ανθρώπινη αγωνία. Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια βρίσκει το θάρρος να την αντιμετωπίσει χωρίς προστατευτικά φίλτρα και αμέτρητα κλισέ.

Ο Πάολο μόλις έγινε 40 χρονών ανακαλύπτει ότι πάσχει από μια σπάνια μορφή πρώιμου Αλτσχάιμερ. Η ζωή του αλλάζει ξαφνικά, όπως και της οικογένειάς του. Aντϊ όμως να παραιτηθεί, διαλέγει το γενναίο μονοπάτι, να ζήσει κάθε στιγμή της ζωής του απολαμβάνοντάς την με αγάπη, δύναμη και κουράγιο. Μαζί με το γιο του Ματία και τη γυναίκα του Μικέλα, ο Πάολο επικεντρώνεται στο να δημιουργεί αναμνήσεις και να μαθαίνει πράγματα για τη ζωή στο γιο του, ώστε και αυτός να του τις μεταφέρει όταν η μνήμη του αρχίζει να εξασθενεί.

Ο Αροναντίο προσεγγίζει την ιστορία με εμφανή τρυφερότητα, σχεδόν με φόβο μήπως πληγώσει τους χαρακτήρες του περισσότερο απ’ όσο αντέχει το κοινό, με την κάμερά του να παραμένει διακριτική, σχεδόν ευγενική απέναντι στη φθορά, αποφεύγοντας τις άβολες γωνίες και τις πραγματικά σκληρές στιγμές που θα μπορούσαν να δώσουν στην ιστορία μια βαθύτερη αίσθηση αλήθειας. Κι έτσι μένει διαρκώς στην επιφάνεια ενός δράματος που θα μπορούσε να είναι συντριπτικό, αντί να μετατρέψει τη φθορά της μνήμης σε μια ανοιχτή πληγή, επιλέγει έναν ασφαλή συναισθηματισμό που συχνά μοιάζει περισσότερο υπολογισμένος παρά αληθινός.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στο σενάριο, μιας και καθώς η θεματική της απώλειας μνήμης προσφέρεται για μια ουσιαστική εξερεύνηση της ταυτότητας, της οικογένειας και του φόβου της εξαφάνισης, η γραφή επιλέγει τον πιο ασφαλή δρόμο. Οι διάλογοι εξηγούν συνεχώς τα συναισθήματα αντί να τα αφήνουν να αναπνεύσουν και πολλές σκηνές μοιάζουν σχεδιασμένες αποκλειστικά για να εκβιάσουν το συναίσθημα.

Υπάρχει μια όμορφη στιγμή στην αρχή της ταινίας όπου ο Πάολο δείχνει στον μικρό του γιο πώς να ξυρίζεται μπροστά στον καθρέφτη. Η σκηνή κουβαλά μια υπόγεια θλίψη γιατί καταλαβαίνεις ότι ο χαρακτήρας προσπαθεί να παραδώσει κομμάτια του εαυτού του πριν αυτά χαθούν οριστικά. Είναι ίσως η μοναδική στιγμή όπου η ταινία αγγίζει κάτι αληθινά σπαρακτικό χωρίς να το φωνάζει.

Ο Εντοάρντο Λέο προσπαθεί ειλικρινά να κρατήσει την ταινία όρθια. Η ερμηνεία του διαθέτει μια ήσυχη ανθρώπινη μελαγχολία και αποφεύγει τις εύκολες υπερβολές, όμως το σενάριο δεν του δίνει ποτέ τον χώρο να σκάψει βαθύτερα στον ψυχισμό του χαρακτήρα. Πολύ καλή είναι και η παρουσία του μικρού Χαβιέρ Φραντσέσκο Λεόνι, ο οποίος καταφέρνει σε αρκετές στιγμές να δώσει μια φυσικότητα που λείπει από τους ενήλικες χαρακτήρες.

Το «Για Σένα» δεν είναι μια αδιάφορη ταινία γιατί το θέμα της δεν της επιτρέπει να γίνει αδιάφορη. Είναι όμως μια ταινία που μοιάζει συνεχώς εγκλωβισμένη ανάμεσα στην ανάγκη να συγκινήσει και στον φόβο να γίνει πραγματικά επώδυνη. Και κάπου εκεί χάνεται η ευκαιρία για κάτι βαθύτερο. Γιατί η μνήμη δεν πονά μόνο όταν χάνεται. Πονά περισσότερο όταν το σινεμά δεν τολμά να κοιτάξει κατάματα όσα αφήνει πίσω της.